Αναρτήθηκε από: steliosbitzarakis | Ιουλίου 8, 2009

Κριθαροκουλούρες

Οι πιό φτωχές οικογένειες για τό ψωμί χρησιμοποιούσαν αντι για σιτάρι το κριθάρι το οποίο ήταν φθηνότερο.  Το κριθαρενιο αλεύρι μάλλον δεν το κοσκίνιζαν καί είχε μέσα πολλά κομματάκια από το περίβλημα του καρπού τα οποία ήταν ορατά στίς κριθαροκουλούρες.

Η διαδικασία παρασκευής ήταν ακριβώς η ίδια οπως αυτή του προζυμένιου παξιμαδιού. Η διαφορά ήταν οτι το ζυμάρι ζυμωνόταν πιό δύσκολα καί οτι δίναν στα ψωμιά σχήμα κουλούρας. Μετά το ψήσιμο του ψωμιού, τα εκοβαν με ένα μαχαίρι οριζόντια έτσι φτίάχναν από κάθε κουλούρα δύο μισές και αυτές ξανάβαζαν στό φούρνο για παξιμάδι. Αυτές ήταν οι κριθαροκουλούρες.

Ηταν νόστιμες αν και θεωρούταν των φτωχών και των εργατών. Χόρταινες ευκολότερα και σε κρατούσαν περισσότερο και ίσως γιαυτο τίς έδιδαν στούς εργάτες για να αντεχουν  περισσότερο. Απ’ οτι θυμάμαι ηταν και λίγο σκληρές, πάντως ήταν θαυμάσιες με σαλάτα ντομάτα κρεμμύδι, αγγούρι και ελαιόλαδο.

Αναρτήθηκε από: steliosbitzarakis | Ιουνίου 29, 2009

Το εφτάζυμο

Η λέξη εφτάζυμο προέρχεται από την λέξη «αυτόζυμο».

Το εφτάζυμο ψωμί και τα εφτάζυμα παξιμάδια δεν ξέρω αν είναι αποκλειστικά κρητικά, πάντως δεν τα έχω συναντήσει πουθενά αλλού. Η μυρουδιά τους είναι χαρακτηριστκή. Προσπαθούν κάποιοι επαγγελματίες φουρνάρηδες να φτιάξουν αλλά μόνο λίγο πλησιάζουν το γνήσιο. Είναι βέβαια δύσκολη υπόθεση να σου πετύχει. Θέλει εμπειρία. Η δυσκολία είναι στο να φτιάξεις την μαγιά.

Αποβραδύς λοιπόν χοντροαλέθουν στον χειρόμυλο ρεβύθια μαζί με κόκκους μαύρο πιπέρι. Τα βάζουν λοιπόν σε μια λεκάνη με χλιαρό νερό φτάχνουν ένα χυλό και βάζουν την λεκάνη σε ζεστό μέρος, αχυρα από κάτω κουβέρτες  πό πάνω.

Την άλλη μέρα το πρωί αυτός ο χυλός θα πρέπει να έχει φουσκώσει και να βρωμάει κυριολεκτικά. Τότε ο λεγόμενος «κουνενός» είναι εντάξει και η διαδικασία είναι η ίδια με αυτή του προζυμένιου ψωμι. Απλώς αντικαθίστατε το προζύμι με τον κουνενό. Αλλη διαφορά είναι οτι στό χλιαρό νερό του ζυμώματος βάζουν μερικά φύλλα δάφνης, ώστε να πάρει την μυρωδιά τους. Επίσης πάνω στα ψωμιά βάζουν μαύρο και άσπρο σισάμι.  

Ο κουνενός είναι πολύ περισσότερο ευαίσθητο στό μάτι. Αν τον δει κακό μάτι δεν γίνεται τίποτε. Γιαυτό πρόσεχαν πολύ ποιός θα μάθει για τό εφτάζυμο και ποιόν θα συναντήσουν. Με άλλα λόγια, δηλαδή το κράταγαν μυστικό μέχρι να μπεί το ψωμί στο φούρνο και να αρχίσει το ψήσιμο.Πολλες φορές εφτιαχναν τον κουνενό και αν δεν ανεβαινε τον πετάγανε.

Η μυρωδιά του εφτάζυμου ήταν πολύ έντονη. Οταν κάποια έφτιαχνε εφτάζυμο ολη η μυρωδιά μύριζε.

Αναρτήθηκε από: steliosbitzarakis | Ιουνίου 10, 2009

Το προζυμένιο ψωμί

Το περισσότερο σύνηθες ψωμί ήταν το προζυμένιο Τι είναι το προζύμι; Είναι η μαγιά του ψωμιού. Φτιαχνόταν απο ζυμάρι του ψωμιού. Δηλαδή, όταν η νοικοκυρά ζύμωνε το ζυμάρι γιάα το ψωμί, που βεβαίως το είχε φτάξει με προζύμι, έπαιρνε ένα κομμάτι περίπου 200 γραμ. ζυμάρι ανεβασμένο και το έκανε προζύμι. Το έβαζε σε ένα πιατάκι και το έβαζε σε δροσερό μέρος. Με την πάροδο των ημερών αυτό ξύνιζε, ξερενόταν εξωτερικά (καμμιά φορά μουχλιαζε η πλευρά που ήταν στό πιάτο), ή και ξερενόταν τελείως. Πάντα ομως δούλευε. Το αλεύρι. Πολλές οικογένειες αγροτικές είχαν το δικό τους σιτάρι. Αν δεν είχαν δικό τους αγόραζαν το Σαββάτο απο το παζάρι απο την κεντρικη πλατεία του Αρκαλοχωριού που ήταν η αγορά των δημητριακών. Μετά πήγαιναν στο εργαστάσιο του συνεταιρισμού και το άλεθαν δηλαδή το έκαναν αλεύρι. Το φόρτωναν λοιπόν στό υπομονετκό γάιδαρο και το πήγαιναν για άλεσμα. Το στάρι το έβαζαν σε ειδικά σακιά πυκνοϋφασμένα, και μετά στα ίδια έβαζαν το αλεύρι. Τα σακια αυτά ήταν από τα προικιά της νοικοκυράς. Τότε κάθε κοπελιά στα προικιά της είχε και τσουβάλια για το αλεύρι. Σε πολλά χωριά υπήρχαν και αλευρόμυλοι που κινούνταν με νερό. Τους νερόμυλους. Συνήθως ζύμωναν στα σπίτια κάθε 15 ημέρες. Την πρώτη εβδομάδα έτρωγαν το ψωμί και την δεύτερη το παξιμάδι που έφταχναν. Για την νοικοκυρά η ημέρα ζυμώματος ήταν με πολύ κούραση. Η διαδικασία άρχιζε αποβραδύς την προηγούμενη ημέρα. Η νοικοκυρά ξεκίναγε με το να κοσκινήσει το αλεύρι κααι να ξεχωρίσει τα πίτουρα. Εν τω μεταξύ ζέσταινει και νερό. ‘Επαιρνε, λοιπόν μιά πήλινη μεγάλη λεκάνη έβαζε μέσα το χλιαρό νερό και προσπαθούσε να διαλύσει οσο μπορούσε το προζύμι. Μετά έβαζε μέσα το αλεύρι και έφταχνε μια ζύμη πάρα πολύ αραιά. Εκανε επάνω της, με το χέρι το σημάδι του σταυρού και τοποθετούσε την λεκάνη με το ανεπιασμένο προζύμι σε ένα ζεστό μέρος που το σκέπαζε με κουβέρτες για να διατηρηθεί ζεστό όλη νύκτα. Αυτή τη διαδικασία την λέγανε «ανέπιασμα προζυμιού». Το άλλο πρωί σηκωνόντουσαν πολύ πρωί και αρχιζε το ζύμωμα. Η ποσότητα εξαρτιόταν απο το μέγεθος της οικογένειας, για πόσο χρόνο εφτιαχναν ψωμί και απο το μέγεθος του φουρνου που θα χρησιμοποιούσαν. Ζύμωναν μέσα σε μιά ξύλινη σκάφη που χρησιμοποιούσαν μόνο γιαυτή τη δουλειά. Πρόσθεταν στη σκάφη το χλιαρό νερό το αλεύρι και το ανέπιασμα του προζυμιού που είχαν φτιάξει αποβραδύς το οποίο είχε ανέβει, δηλαδή, ζυμωθεί και είχε φουσκώσει. Καμμιά φορά ξεχύλιζε απο την λεκάνη. Πρόσθεταν και λίγο αλάτι και λίγο λάδι. Το ζύμωναν με τα χέρια και με τις γροθιές. Το γρόθιζαν οπως έλεγαν. Σκληρή δουλειά. Εβλεπες τις γυναίκες σκυμμένες πάνω στη σκάφη και να γροθίζουν τη ζύμη, με δύναμη χρησιμοποιόντας και το βάρος του σώματος. Ποτάμι ο ιδρώτας από το μέτωπο. Η ζύμη έπρεπε να είναι αρκετά σκληρή. Οταν η ζύμη ηταν η σωστή την αφηναν στη σκάφη, την σκέπαζαν με κουβέρτες και την αφηναν για κάποιο χρονικό διάστημα στα ζεστά ωστε να μαλακώσει λίγο, να αρχίσει η ζύμωση, και να μπορεί να πλαστεί. Οταν λοιπόν ήταν εντάξει στηνόταν ο σοφράς. Γονατιστή λοιπόν η νοικοκυρά μπροστά στο σοφρά αρχιζε να παίρνει από τη σκάφη το ζυμάρι σε μικρά κομμάτια, να το πλάθει και να το μορφοποιεί σε διάφορα σχήματα. Στρογγυλά για τα ψωμιά που θα τρωγόντουσαν άμεσα, στενόμακρα με χαραγμένους τους ντάκους για αυτά που πήγαιναν για παξιμάδι. Εκεί δούλευε και η φαντασία της νοικοκυράς να εντυπωσιασει η να ικανοποιήσει κάποιους οπως τα μικρά παιδιά με κάποια σχήματα οπως κουλουράκια και άλλα. Μόλις έπλαθαν κάθε ψωμί, το μετέφεραν σε ένα κρεβάτι όπου είχαν στρώσει καθαρό σεντόνι και τα τοποθετούσαν κοντα το ένα με το άλλο, αλλά αφηναν και μιά μικρη απόσταση μεταξύ τους για να μην κολλήσουν με το ανέβασμα. Τα σκέπαζαν με άλλο καθαρό σεντόνι και κουβέρτες για να είναι ζεστά, και περίμεναν να ανεβούν. Κάθε τόσο τα έλεγχαν. Συνήθως πίεζαν το ζυμάρι με το δάκτυλο ώστε να γίνει μιά λακουβίτσα, και το σήκωναν. Εάν η λακουβίτσα φούσκωνε αμέσως και επανερχόταν στην αρχική φόρμα τότε το ψωμί ήταν έτοιμο γιά ψήσιμο. Δεν επρεπε να ανεβει πάρα πολύ, επρεπε να είναι στη σωστή στιγμή. Εν τω μεταξύ είχε αρχίσει το άναμμα του φούρνου. Ηθελε λίγο προσοχή ώστε ο φούρνος να ήταν έτοιμος όταν ήταν και το ψωμι ανεβασμένο. Οταν ο φούρνος ήταν ετοιμος επρεπε να τον πανίσουν, δηλαδή να βγάλουν απο μέσα ολα τα αναμένα κάρβουνα και τις στάκτες και να καθαρίσει ο πάτος, όσο καλύτερα, γιατί το ψωμι ψηνόταν απ’ ευθείας πάνω στόν πάτο. Εβρεχαν λοιπόν το τσουβάλι του πανιστή και καθάριζαν τον φούρνο. Μετά επαιρναν τα ανεβασμενα πλέον ψωμιά τα τοποθετούσαν ένα-ένα στό φτυάρι και τα τοποθετούσαν μέσα στό φούρνο με τάξη για να τα χωρέσει όλα. Τοποθετούσαν και το καπάκι στο στόμιο του φούρνου. Οταν τα ψωμιά ήταν έτοιμα – ελεγχαν τον πάτο να είναι ψημένος και να είναι ελαφριά – τα ξεφούρνιζαν πάλι με το φτυάρι. Τα έβαζαν σε κοφινια και τα σκέπαζαν με μιά πετσέτα. Οπως είπα ενα μέρος των ψωμιών τα εκαναν παξιμάδι. Αυτά μάλιστα τα ψωμιά είχαν χαραγμένους τους ντάκους γιά να κόβονται εύκολα χωρις να χρησιμοποιήσουν μαχαίρι. Μόλις λοιπόν τέλειωναν το ξεφούρνισμα τα άφηναν λίγο να κρυώσουν και εκοβαν – εσπαγαν τούς ντάκους. Εν τω μεταξύ εριχναν και και μερικά ξύλα στον ήδη ζεστο φούρνο για να ξαναποκτίσει την «πυρά του». Τον πάνιζαν ξανά και φούρνιζαν τους μαλακούς ντάκους πάντα κατ’ ευθείαν πάνω στο πάτο του φούρνου. Κλείνανε και τον φούρνο. Είχε φτασει πια μεσιμέρι. Τα παξιμάδια σέ ντακους τα ξεφούρνιζαν την επομένη το απόγεμα. Τα έβγαζαν με το φτυάρι, αλλα ήθελε προσοχή γιατί ήταν πολυ αφράτα, ευθραυστα, καί θρουλούσαν. Τα έβαζαν σε κοφίνια και τα κατανάλωναν μετα που θα τέλειωναν τα ψωμιά. Πολύς κόπος, ιδρώτας για να γίνει το ψωμι, αλλά πολύ νόστιμο, και η πραγματικκή νοστιμιά του προζυμιού! Και το παξιμάδι νόστιμο, το βρέχαμε λίγο γιά το φαγητό, το σπάγαμε καί το βάζαμε στό γάλα γιά πρωινό. Το ανέβασμα δεν ήταν πάντα δεδομένο. Πολλές φορές δεν ανέβαινε το προζύμι η το ψωμί. Εξαρτιωταν απο το αν είχε διατηρηθεί σωστά το προζύμι, οι θερμοκρασίες περιβάλλοντος κα. Υπήρχαν ομως και οι δισειδαιμονίες. Αν το έβλεπε κακό μάτι η καμμιά «γρουσούζα» δεν ανέβαινε με τίποτε. Ετσι πίστευαν, είχαν εντοπίσει και ορισμένες γυναίκες που προσπαθούσαν να τις απομακρύνουν απο το σπίτι που ζύμωναν ή απεφευγαν και να τις συναντήσουν. Επίσης δεν επρεπε και να αποκαμαρώσεις καατά τη διάρκεια του ζυμώματος. Δηλαδή δεν έπρεπε να πείς « α! τι ωραία που ανεβαίνει το ψωμι» κ.α. Δεν θα ξεχάσω την γιαγιά μου την Κοκολογιάνενα να γροθίζει τη ζύμη φορώντας πάντα το μαύρο τσεμπέρι στο κεφάλι της, και από το ζόρι της το έλυνε και σήκωνε τις ακριες του πάνω στό κεφάλι της. Θυμάμαι ακόμα οταν ξεφούρνιζε το παξιμάδι και ο φούρνος βέβαια ήταν κρύος, για να μην θρυμματιστούν οι ντάκοι βγάζοντας τους με το φτυάρι, με σήκωνε και με έβαζε μέσα στό φούρνο, και έγώ τα επαιρνα προσεκτικά με τα χερακια μου και της τα έδινα. Η χαρά μου βέβαια ήταν μεγάλη και θυμάμαι ακόμα αυτή τη μυρωδιά την ανάκατη ψωμιού και καθαριότητας που προερχότανε από την φωτιά.

Αναρτήθηκε από: steliosbitzarakis | Ιουνίου 3, 2009

Ο Ξυλόφουρνος

Ο ξυλόφουρνος ήταν πολύ σημαντικός στα σπίτια της εποχής εκείνης (δεκαετία 60-70). Τον χρησιμοποιούσαν και στο μαγείρεμα αλλά και στη παρασκευή ψωμιού και παξιμαδιού. Λίγα ήταν τα σπίτια που δεν είχαν ξυλόφουρνο. Πολλές φορές αυτοί που δεν είχαν, χρησιμοποιούσαν τούς φούρνους άλλων σπιτιών.

Σε πολλά σπίτια ήταν τοποθετημένος και μέσα στο σπίτι στην κουζίνα. Συνήθως ομως ήταν μέσα σε κάποια αποθήκη, ή  σε κάποια παράγκα ώστε να μην βρέχεται. Στό σπίτι μας, ο παλιός φούρνος της γιαγιάς μου ήταν σε ενα σταύλο (στό αχίρι), μετά τον χαλάσαμε και ξαναέφταξε έναν μικρότερο ο πατέρας μου σε μιά μικρή εσωτερική αυλή που είχαμε το «αυλιδάκι». Στούς Βαρβαρους ο φούρνος ήταν πίσω από το μαγαζί του θείου μου Γιώργου κάτω από μιά παράγκα. Γενικά κάθε ένας τον τοποθετούσε οπου τον βόλευε. Στην Μυρτιά, πάντως, στο σημερινό σπίτι μου τον έχω στη πίσω αυλή.

Οι παλαιοί ήταν φταγμένοι ολοι με «χαλίκια», ειδικά δε οι θόλοι. Τα «χαλίκια» ηταν μικρά κομμάτια από σπασμένα πιθάρια, σταμιά η άλλα πήλινα αντικείμενα. Δηλαδή υλιικά χωρίς αξία. Ετσι το κόστος ήταν πολύ χαμηλό. Τίποτε δεν πήγαινε χαμένο, τότε. Και το δάπεδο του φούρνου ήταν  φτιαγμένο με μεγαλύτερα χαλίκια ή στην καλύτερη περίπτωση χρησιμοποιούσαν συμπαγή τούβλα.  Θυμάμαι οταν χαλάσαμε τον μεγάλο παλιό φούρνο της γιαγιάς μου πως ήταν φτιαγμένος. Κατ’ αρχήν είχε μιά βάση με πέτρες και πηλό (από  χώμα). Πάνω στη βάση είχε τοποθετηθεί ένα στρώμα 10 εκ. περίπου από προβατσουλιές (κοπριά από πρόβατα και κατσίκια που μοιάζει με μπίλιες). Σκεπάζαν την κοπριά με λίγο χώμα, και εκεί πάνω συναρμολογούσαν τα τούβλα του δαπέδου του φούρνου. Προφανώς η κοπριά έπαιζε το ρόλο της θερμομόνωσης, δεν άφηνε να φύγει η θερμμότητα του πάτου και έτσι ψηνόντουσαν σωστά οι πάτοι των ψωμιών.

 Ο θόλος ήταν φτιαγμένος, κτισμένος, μέ μικρά χαλικάκια. Επρεπε να είναι μικρά τα χαλίκια για να μπορεί να φτιαχτεί σωστά η περιφέρεια. Ηταν το ένα πλάι στο άλλο, το ένα πάνω στο άλλο καλά συναρμολογημένα κολλημένα μέ λίγο πηλό. Τότε, τουλάχιστον στα χωριά δεν είχαν πυρόχωμα που θα ήταν καλύτερο. Εκτιζαν με συμπαγή τούβλα τήν είσοδο. Στό κέντρο του θόλου, στο υψηλότερο σημείο άφηναν μιά μικρή οπή για να δημιουργείται ρεύμα αέρος και να αναβει καλύτερα ο φούρνος. Η οπή αυτή ήταν έτσι φτιαγμένη ώστε να μπορεί να κλείνει με κάποιο βρεμένο ύφασμα η τσουβάλι. Πολλές φορές για το σχηματισμό της οπής αυτής χρισιμοποιούσαν  κάποιο λαιμό από σταμνί.

Ενας εύκολος τρόπος κατασκευής, νεοελληνικός, είναι αυτός με τη χρησομοποίηση ενός πιθαριού. Εφτιαχναν μιά βάση και σ’αυτήν τοποθετούσαν οριζόντια το πιθάρι. Το εκτιζαν με πολύ λάσπη που επαιδε το ρόλο της θερμομόνωσης. Εσωτερικά έφτιαχναν λίγο χαμηλοτερα απο τη μέση τον πάτο με τσιμέντο και τούβλα. Δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον αυτή η κατασκευή, αλλά ήταν εύκολη και το άναμα του φούρνου γινόταν με πολύ  λίγα ξύλα.

Το καπάκι του φούρνου το εφτιαχναν, συνήθως με μιά λαμαρίνα διαμορφωμένη ανάλογα.

Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν για τον φούρνο ήταν το φτυάρι, ο τρίφτης και ο πανιστής. Το φτυάρι ήταν όλο ξύλινο πολύ λεπτό μπροστά και με μακρύ χερούλι. Χρησίμευε γιά να βάζουν, αλλά και να βγάζουν, τα ψωμιά αλλά και τα ταψιά και τις λαμαρίνες στο φούρνο. Ο τρίφτης ήταν ένα αρκετά μακρύ και σχετικά ίσιο ξύλο από κάποιο κλαδί δένδρου. Χρησίμευε για να ανακατεύουν τα ξύλα με τα κάρβουνα κατά τη διαδικασία του ανάμματος.Τέλος, ο πανιστής ήταν ένα μακρύ ξύλο από κλαδί δένδου που στήν μιά του ακρη ήταν δεμένο ένα τσουβάλι το οποίο το έβρεχαν και μ’ αυτό εβγαζαν από τον φούρνο τα αναμμένα κάρβουνα και τις ζεστές στάκτες σο τέλος του ανάμματος.

Η αρχή λειτουργίας του φούρνου είναι οτι ανάβουμε φωτιά μέσα στον φούρνο. Γύρω από την φωτιά είναι ο θόλος  και ο πάτος φτιαγμένα από χαλίκια και τούβλα τα οποία έχουν μεγάλη θερμοχωρητικότητα, απορροφούν την θερμότητα, βγάζουμε την φωτιά έξω, μετα βάζουμε μέσα το φαγητό τον κλείνουμε και σιγά σιγά αυτά τα υλικά αποβάλλουν την θερμότητα του έχουν απορροφήσει και ετσι ψηνεται το φαγητό μας. Δηλαδή, είναι πολύ σημαντικό να ανάψουμε σωστά το φούρνο ώστε ο θόλος και ο πάτος να απορροφήσουν την σωστή ποσότητα θερμότητας ικανής να μας μαγειρέψουν το φαγητό.

Κατα τα λεγόμενα στη περιοχή μας, τα καλύτερα ξύλα γιά τον φούρνο είναι τα λιόκλαδα, αλλά μπορούν να χρησιμοποιηθούν και κλήματα αμπελιού, αχινοπόδια, αλλα και οτιδήποτε ξύλο μπορεί να δημιουργήσει φλόγα και κάρβουνα [θράκα]. Η φλόγα χρειάζεται γιατί κατευθύνεται πρός τα πάνω, δηλαδή γλείφει τα χαλίκια του θόλου και αυτά απορροφάνε ευκολότερα την θερμότητα. Τα κάρβουνα κάθονται κάτω και μεταδίδουν την θερμότητα στο πάτο. Και για να βοηθήσουμε και εμείς την την κατάσταση πιάνουμε τον τρίφτη και τρίβουμε με αυτόν τον πάτο, δηλαδή διευκολύνουμε την επαφή των κάρβουνων με τα άλλα ξύλα αλλά και με τον πάτο για να απορροφήσει ευκολότερα τη θερμότητα.

Ετσι λοιπόν αρχίζουμε το άναμμα βάζονταν λίγα λίγα και συνεχώς ξύλα. Μετά από λίγο ο θόλος μαυρίζει, μαζεύει πάνω του μια κάπνα. Συνεχίζουμε το άναμμα και κάποια στιγμή ο θόλος αρχίζει να καθαρίζει, τρίβουμε κάθε τόσο και τον πάτο. Οταν ο θόλος ξασπρίσει τελείως τότε ο φούρνος είναι έτοιμος.

Τα μεγέθη των φούρνων ποίκιλε. Ενα μέγεθος που χαρακτήριζε την χωρητικότητα ήταν οι οκάδες του αλευριού, σε μορφή βέβαια ψωμιού, που μπορούσε να χωρέσει. Ετσι έλεγαν οτι ενας φούρνος ήταν για 50 οκάδες αλεύρι. [μιά οκά είχε 1260 γραμμάρια]

Οι ξυλόφουρνοι είχαν την τιμητική τους στίς γιορτές , τα πανυγήρια και στούς γάμους και τα βαφτίσια. Τις παραμονές αυτών των γιορτών εφτιαχναν να αναγκαία ψωμιά, τα χριστουγεννιάτικα καί πασχαλινά κουλούρια καί ανήμερα των γιορτών αυτών τα ψητά.

 

 

Αναρτήθηκε από: steliosbitzarakis | Ιουνίου 2, 2009

Ο Σωμαράς

Αλλο ένα επάγγελμα που σήμερα δεν υπάρχει πιά. Απαραίτητο, σημαντικό για τούς χωριάτες. Τότε ήταν κάτι σαν τους μηχανικούς αυτοκινήτων ή καλύτερα τους σημερινούς λαμαρινατζήδες . Ολοι τους επισκευάζουν μεταφορικά μέσα.
Θυμάμαι τρείς σαμαράδες στο Αρκαλοχώρι. Ο ένας ήταν κατοικος Αρκαλοχωρίου και είχε μόνιμη έδρα, δηλαδή, μαγαζί. Ηταν ο Λευτέρης ο Μουρτζάκης. Οι άλλοι δύο έρχόντουσαν στο παζάρι του Σαββάτου. Ο ένας ήταν από τη Βουτουφού [σημερινό Λευκοχώρι], και ο άλλος από τους Αποστόλους. Και οι δυό τους είχαν στέκι κοντά στο μαγαζί μας. Αυτός μάλιστα από τη Βουτουφού είχε στέκι ακριβώς στην γωνία του μαγαζιού μας διπλα στην είσοδο. Συγκεκριμένα βρίσκανε ένα χώρο συνήθως ένα πεζοδρόμιο που ήταν καθαρό και απλώνανε κατάχαμα την πραμάτια τους και τα εργαλεία τους στην περίπτωση μας.
Οι εργασίες που κάνανα ήταν τρείς. Καινούργια σαμάρια επί παραγγελία, πώληση παλαιών επισκευασμένων και τέλος επισκευή σωμαριών επί τόπου.
Ο σκελετός των σωμαριών ήταν φταγμένος από σκληρό ξύλο.Γιά να το δουλέψουν χρησιμοποιούσαν περισσότερο από όλα τα εργαλεία το τσεκούρι, μαναράκι το λέγανε. Χρησιμοποιούσαν, για να στερεόσουν τον σκελετό πολύ λίγα καρφιά και σιδερένιους συνδετήρες, τα περισσότερα ξύλα ήταν περαστά. Ο ξύλινος σκελετός στερεονότανε πάνω σε ένα «μαξιλάρι» που είχε τέτοια φόρμα ώστε να προσαρμόζεται σωστά στη πλάτη του ζώου. Η καλή προσαρμογή ήταν σημαντική, γιατί καθόταν καλα στό ζώο και δεν το πλήγωνε. Ενα κακό σωμάρι χωρίς καλή προσαρμογή δημιουργούσε πολλά προβλήματα στο ζώο, το πληγωνε, αλλά και στό φόρτωμα είχε πρόβλημα γιατί «ξεσωμάριζε» πολύ εύκολα.
Αυτό το μαξιλάρι εξωτερικά ηταν καλυμμένο με δέρμα εσωτερικά είχε ένα περίεργο κατασκεύασμα, που το λέγανε στρασούρι. Ήταν φτιαγμένο από τρίχες ζώου ήταν χοντρο με πάχος 1 εκατοστό και το χρώμα του ήταν ασπριδερο-γκρίζο. Αυτό το μαξιλάρι το γέμιζαν με κάποιο συγκεκριμένο είδος ξερών χόρτων.
Το σωμάρι στερεονότανε πάνω στο σώμα του ζώου με κάποια πέτσινα εξαρτήματα. Κάτω από το λαιμό ήταν η «μπροστελίνα». Ακριβώς στή βάση της ουρας ήταν η «καπλοδέτα», άλλη μία καπλοδέτα πήγαινε λίγο παρακάτω. Κάτω από την κοιλιά του ζώου πήγαινε η «γίγλα». Από τον ξύλινο σκελετό περίσσευαν κάποια ξύλα τα «σκαρβέλια», οπου έδεναν τα σκοινιά το «φόρτωμα».
Προσπαθούσαν να στολίσουν τα σωμάρια με τις πούλιες που ήταν χρωματιστά κομματάκια υφάσματος καρφωμένα πάνω στο σκελετό.

Αναρτήθηκε από: steliosbitzarakis | Ιανουαρίου 10, 2009

Το ραδιόφωνο

Πάλι αναφέρομαι στο Αρκαλοχώρι τα χρόνια 1950 – 1965. Τότε υπήρχαν 3-4 ραδιόφωνα στό Αρκαλοχώρι.

Οι συσκευές ήταν βέβαια οι παλιές με λυχνίες. Με μεσαία κύματα MW, βραχέα κύματα SW, και μακρά κύματα LW. Ηταν απαραίτητη η έξωτερική κεραία, που ηταν ένα χάλκινο σύρμα τεντωμένο οσο πιο ψηλά γινόταν στη στέγη του σπιτιού. Κανονικά δούλευε με ρεύμα. Στο χωριό βέβαια δούλευε με μπαταρίες. Αλλα ραδιόφωνα δούλευανμε ξηρού τύπου μπαραρία και άλλα με υγρού τύπου μπαταρίες. Ετσι τις λέγαμε. Η ξηρού τύπου ήταν μιάς χρήσεως, ήταν ένα μεγαλο κουτί περίπου 50χ20χ10 εκατοστά, με χάρτινο περίβλημα αρκετά βαριά περίπου 4 κιλά, απ’ οτι βέβαια υπολογίζω. Απ’ εξω ήταν τυπωμένη κόκκινη ζωηρό και η μάρκα της ήταν Tiger μάλλον γερμανικής προέλευσης. Αν θυμάμαι καλά, βέβαια, με την χρήση που κάναμε διαρκούσε περίπου 6-8 μήνες. Η υγρή μπαταρία ήταν όπως  αυτή των αυτοκινήτων. Σε μεγαλύτερες διαστάσεις και βάρος. Ήταν βέβαια πολλαπλών χρήσεων, και οταν απιφορτιζόταν έπρεπε να τη στείλουν με το λεωφορείο στο Ηράκλειο να τη φορτίσουν και να τη στείλουν πίσω σε 2-3 ημέρες.

Τι ακούαμε από το ραδιόφωνο. Βασικά ακούαμε τις ειδήσεις. Σπάνια το χρησιμοποιούσαμε για διασκέδαση με μουσική. Τις κυριακές που η ατμόσφαιρα το μεσημέρι ήταν κάπως χαλαρή, ενώ τρώγαμε στις 1 το μεσημέρι ακούγαμε από το δεύτερο πρόγραμμα τα «Νέα ταλέντα» του Γιωργου Οικονομίδη, και τη Δευτέρα το βράδυ κάποιες φορές ακούγαμε το «θέατρο της Δευτέρας». Σπάνια το ανοίγαμε για άλλους λόγους, γιατί, βέβαια, και η μπαταρία κόστιζε!

Ειδήσεις ακούγαμε συνήθως το βράδι, όταν ολη η οικογένεια ήταν συγκεντρωμένη. Πολλές φορές ήταν μαζί και ο παππούς καί θείοι. Οταν υπήρχαν σοβαρά γεγονότα ερχόταν γιά αυτό το λόγο. Ακούγαμε τίς ειδήσεις από το πρώτο πρόγραμμα της ΕΙΡ στίς 9 το βράδυ από τα μεσία κύματα. Δοθέντος οτι η ραδιοφωνία τότε ήταν υπό κρατικό έλεγχο και οι ειδήσεις δεν ήταν καθόλου αμερόληπτες εψαχνε ο πατέρας μου στά βραχέα κύματα ξένους σταθμούς που είχαν ειδήσεις στα ελληνικά. Εν μέσω τωνγουργουριτών και παρασίτων των βραχέων κυμάτων «πιάναμε» το BBC, το Παρίσι , την Ντοιτσε Βέλλε, την Φωνή της Αλήθειας.

Απερίγραπτη η σκηνή να τους βλέπεις όλους κάτω από το φως της λάμπας πετρελαίου μαζεμένοι ολοι πολύ κοντα στο ραδιόφωνο, σε απόλυτη σιγή να ακούνε μέσα από τα γουργουριτά και τα παράσιτα το BBC και πολλές να χάνεται ο σταθμός και να προσπαθεί να το ξανασυντονίσει ο πατέρας μου. Σκηνή παρανομίας. Και δεν θελω να είμαι υπερβολικός, αλλά ήταν η εποχή του χαρακτηρισμένου, του προδότη, που δε μπορούσες να αγοράσεις ούτε «ΤΑ ΝΕΑ», του περάστε από το τμήμα δια προσωπική σας υπόθεσιν κτλ. Το να ακούς λοιπόν το BBC ή τη Φωνή της Αλήθειας δεν ήταν τόσο απλό.

 

 

Αναρτήθηκε από: steliosbitzarakis | Δεκεμβρίου 27, 2008

Ο οδοντογιατρός

Ειμαστε λοιπόν στην δεκαετία 1950 στό Αρκαλοχώρι. Ο κόσμος χρειάζεται οδοντίατρο. Στο Αρκαλοχώρι δεν υπάρχει. Ετσι λοιπόν κάθε Σάββατο με το παζάρι ερχόταν από το Καστέλλι Πεδιάδος ο οδοντίατρος Καρούζος με το όνομα. Ερχόταν πολλές φορές με το άλογο από το Καστέλλι.

Το οδοντιατρείο ήταν ένα δωμάτιο στον πρώτο όροφο ακριβώς στο κέντρο του παζαριού δίπλα στου Μαχαιριανάκη το καφενείο. Τα έπιπλα ήταν μιά καρέκλα περισσότερο τύπου κουρείου δίπλα ακριβώς στο παράθυρο για να έχει φως , ένα τραπέζι με ένα ντουλαπάκι με τα εργαλεία του, και πιό πίσω ένας ξύλινος καναπές, οπου καθόντουσαν οι επόμενοι πελάτες. Δίπλα στην καρέκλα βρισκόταν και ο ποδοκίνητος τροχός ο φόβος και ο τρόμος του οδοντιατρείου. Ηταν μια κατασκευή ορθια, βεβαια, με μηχανισμό τύπου ποδοκίνητων ραπτομηχανών SINGER.

Το ενδιαφέρον ήταν, οτι όταν τρόχιζε στεκόταν ο οδοντίατρος στο ένα πόδι του γιατί με το αλλο κινούσε το τροχό και συγχρόνως βέβαια κρατούσε το μαρκούτζι, που ήταν αρκετά ογκώδες, και τρόχιζε.!

Οι εργασίες που έκανε ήταν σφραγίσματα, πολλές εξαγωγές, δεν θυμάμαι να έκανε και τοποθετήσεις δοντιών που τότε ήταν χρυσά μιας και δεν υπήρχαν τα μοντέρνα αδρανή υλικά του σήμερα. Χρησιμοποιούσαν και ασημένια δόντια, αλλα δεν ξέρω από τι υλικό ήταν. Μάλλον θα ήταν φθηνότερα, γιατί τα εβαζαν οι περισσότερο φτωχοί.

Στίς εξαγωγές χρησιμοποιούσε κάποιο αναισθητικό το οποίο μάλλον δεν θα λειτουργούσε πολύ καλά ετσι οι φωνές και τα ουρλιαχτά ακουγόντουσαν από ολο ττο παζάρι! Πολλά ουρλιαχτά πόνου είχε και με τον τροχό, εκεί μάλλον δεν θα χρησιμοποιούσε αναισθητικό.

Είχα περάσει και εγώ από αυτή την καρέκλα οταν δεν μου πέφταν τα βρεφικά δόντια και δεν είχε κατορθώσει η μάνα μου να μου τα βγάλει. Ετσι λοιπόν με πήγε στον οδοντίατρο. Πρίν με πλησιάσει ο ανθρωπος είχα αρχίσει να ουρλιάζω, τελικά βέβαια δεν πόνεσα, αλλά μόνο το περιβάλλον …..

Αναρτήθηκε από: steliosbitzarakis | Δεκεμβρίου 20, 2008

Επικοινωνία

 

Την περίοδο 1950/60 την οποία θυμάμαι πολύ καλά, η εξέλιξη της Κρήτης ήταν από ανύπαρκτη, κατά κάποιο τρόπο ως πάρα πολύ αργή. Η Κρήτη ήταν απομονωμένη από τον έξω κόσμο, περισσότερο βέβαια τα χωριά στο εσωτερικό και νότια. Στα βόρεια η κατάσταση ήταν καλύτερη δοθέντος οτι ήταν και οι μεγάλες πόλεις, πρωτεύουσες των νομών, το Ηράκλειο και τα Χανιά είχαν και αεροδρόμιo και λιμάνι, έτσι είχαν επικοιωνία με την υπόλοιπη Ελλάδα. Ειχαν ηλεκτρικό, τηλέφωνο,είχαν και ραδιόφωνο, ερχόταν τακτικά και οι εφημερίδες,  είχαν τέλος πάντων κάποια επικοινωνία, που τελικά φέρνει την εξέλιξη μιας κοινωνίας ως πρός τα ήθη τα έθιμα, το τρόπο ζωής, το τρόπο θεώρησης των πραγμάτων.

Στην επαρχία, στα χωριά, η κατάσταση ηταν τελείως διαφορετική. Δεν υπήρχε επικοινωνία. Στήν καλύτερη περίπτωση υπήρχε ένας επαρχιακός δρόμος, χωματόδρομος βέβαια, με κάποιο παμπαλαιο λεωφορείο που έκανε την σύνδεση με το Ηράκλειο. Φεύγαν το πρωί από τα χωριά και γυρναγαν το βράδυ. Ταξείδι περιπετειώδες, τα λεωφορεία παμπάλαια χαλούσαν στην διαδρομή και αρχιζε ο αγώνας της επισκευής επί τόπου. Οι δρόμοι δύσβατοι, κατολοισθήσεις και άλλα. Αλλες διαδρομές γινόντουσαν με φορτηγά, που μετέφεραν εμπορεύματα, ανθρώπους, αλλά και ζώα. Τα φορτηγά αυτά ήταν του Β’ παγκοσμίου πολέμου που τα είχαν εγκαταλήψει οι σύμμαχοι συνήθως. Ήταν οι καρνάβαλοι και τα GMC, με πολλές μετατροπές, αυτά τουλάχιστον θυμάμαι.

Ολα αυτά, βέβαια, τα θυμάμαι τα έχω ζήσει. Ο πατέρας μου σαν έμπορος, πήγαινε κάθε Δευτέρα στο Ηράκλειο για να ψωνίσει για το μαγαζί. Μιά φορά το χρόνο οταν δεν είχαμε σχολειό, συνήθως καλοκαίρι με έπαιρνε μαζί του έτσι για να βλέπω το Ηράκλειο. Σημαντικό γεγονός ήταν για μένα η επίσκεψις στο Ηρακλειο αλλα και το ταξείδι με το λεωφορείο ή αργότερα με το αμερικάνικο αγοραίο ταξί του θείου μου του Γιώργου του Τερζάκη.

Στο Ηράκλειο τώρα, ακολουθούσα τον πατέρα στις δουλειές και το μεσημέρι πηγαίναμε καί τρώγαμε στο εστιατόριο Νέα Ιωνία, και δε θα ξεχάσω το ψητό σε φέτες του έτρωγα συνήθως και το παγωμένο καρπούζι. Στο χωριό καρπούζι είχαμε αλλά παγωμένο όχι. Αν είχαμε χρόνο με πήγαινε και στό λιμάνι να χαζέψω τό καράβι που έφευγε για τον Πειραιά. Το «Αγγέλικα» το «Αχιλεύς» κ.α.

Ετσι ήταν τα πράγματα τότε οι ανθρωποι δεν κυκλοφορούσαν πολύ, οι ειδήσεις ήταν δύσκολο να φθάσουν στους ανθρώπους της υπαίθρου το ίδιο βέβαια να κυκλοφορήσουν και οι ιδέες. Ενα ταξείδι από το χωριό στο Ηράκλειο – στη πρωτεύουσα – ήταν πολύ σημαντικό γεγονός. Πήγαιναν μόνο για λόγους ανάγκης, οπως για θέματα υγείας οπως εγχειρήσεις κτλ. Γενικά ήταν ένα γεγονός που το θυμούνταν και το εξιστορούσαν στους άλλους μιά ζωή ολόκληρη, χωρίς καμμιά υπερβολή.

Θα εξιστορίσω μιά ιστορία που εζησα προσωπικά που έχει σχέση με τα παραπάνω.

Στο μαγαζί ο πατέρας μου είχε ένα κάλφα από τη Μάρθα ένα χωριό της επαρχίας Βιάννου. Καθε πρωί έφευγε από τη Μάρθα το λεωφορείο πέρναγε από το Αρκαλοχώρι, έκανε μια στάση 15 λεπτων και συνέχιζε για το Ηράκλειο. Το απόγευμα έκανε το αντίστροφο κάνοντας πάντα τη στάση στο Αρκαλοχώρι. Στη πρωινή στάση έρχεται στο μαγαζί για να χαιρετίσει τον κάλφα μια ξαδέλφη του με τον πατέρα της. Μια όμορφη κοπέλλα 25-30 ετων απ’ οτι θυμάμαι. Ξαναφεύγει και το απόγεμα στη στάση της  επιστροφής ξαναγυρνάνε και συμβαίνει το εξής. Η κοπέλλα κρύβει το πρόσωπο της με τα χέρια της, κάθεται στα πόδια και χωρίς να κατεβάσει την κυλότα της αρχίζει να κατουρεί στη μέση-μέση του μαγαζιού! Την βλέπει ο ξαλελφος της αλλά και όλοι οι υπόλοιποι αφωνοι. Τι είχε συμβεί? Προφανώς στη αγνωστη πόλη το Ηράκλειο ντρεπότανε νά  πει στόν πετέρα της ή να ζητήσει μια τουαλέτα! 

Αναρτήθηκε από: steliosbitzarakis | Δεκεμβρίου 14, 2008

Ο Τζαμπάζης

Επάγγελμα της εποχής, συνδεδεμένο με το εμπόριο ζώων , ειδικά δε αλόγων, μουλαριών και γαιδάρων.  Μαζί με το εμπόριο ζώων ασχολούνταν και με άλλα παρεμφερή αντικείμενα με τα ζώα, οπως την αναπαραγωγή, το μουνούχισμα [ευνουχισμό], το πετάλωμα και καμμιά φορά έκαναν και τον κτηνίατρο.

Αυτόν που θυμάμαι εγώ ήταν ο Τζαμπαζομανώλης. Γνήσιος κρητικός ψηλός, φορούσε χιαλβάρια [την κρητική ενδυμασία με βράκα, γιλέκο] και στιβάνια. Φορούσε και το κλασσικό κρητικό μαντήλι στό κεφάλι. Λεβεντάθρωπος. Είχε και το δικό του μπεγίρι [αρσενικό άλογο]. Ηταν όμορφο να τον βλέπεις καβάλα πάνω στο ατίθασο μπεγίρι με την όμορφη πέτσινη σέλα και τα χάμουρα στολισμένα με πολλές κόκκινες φουντίτσες και μπλέ χάντρες. Κοντά στό μαγαζί μας ήταν το σπίτι του και μια ημιτελής οικοδομή όπου έκανε το εμπόριο των ζώων τα ζευγαρώματα, το μουνούχισμα κ.α.

Θυμάμαι, παιδί τότε κρυφά πήγαινα και κρυφοκοίταζα τα ζευγαρώματα και τα μουνουχίσματα. Αλλα γαργαλιστικά και άλλα αηδιαστικά και αποτρόπαια βέβαια.

Ολα αυτά συμβαίνανε Σάββατο στο παζάρι. Ετσι λειτουργούσε η αγορά του Αρκαλοχωριού. Το Σάββατο λοιπόν έρχόντουσαν όλοι από τα τριγύρω χωριά να πουλήσουν τά προϊόντα τους να αγοράσουν τρόφιμα, ρούχα, εργαλεία, εφόδια αγροτικά, να πάνε στο γιατρό, στον οδοντογιατρό, να κάνουν τα συμβόλαια αγοραπωλησιών και …….τελικά να πάνε και την γαιδούρα ή την φοράδα κτλ κτλ

Ετσι λοιπον οταν τα θυληκά αυτά ζώα, γαιδούρα ή φοράδα, ήταν στις γόνιμες ημέρες – θυμίζαν – και ο ιδιοκτήτης τους ήθελε να μείνουν έγγυα, παρά να ζευγαρώσουν με οποιοδήποτε αρσενικό τα έφερναν το σάββατο στο Αρκαλοχώρι να τα ζευγαρώσουν με τα αρσενικά του Τζαμπαζομανώλη που ήταν από καλή ράτσα. Είχε, βέβαια ένα όμορφο μπεγίρι και έναν τεράστιο αρσενικό γάιδαρο για επιβήτορες. Θα περιγράψω και κάποιες σκηνές ζευγαρώματος γιατί αξίζει τον κόπο. Εκεί λοιπόν στο χάλασμα έδεναν πολύ κοντά στο τοίχο το θυληκό ζώο που θύμιζε ωστε να μην μπορεί να μετακινειται. Μετά εφερναν τον επιβήτορα, ο οποίος εχοντας μυριστει οτι υπήρχε κοντά ένα θυληκό ζώο που θύμιζε ήταν ήδη εξαγριωμένο, που το είχαν δεμένο και το συνκρατούσαν, εβγαζε κραυγές, σηκωνόταν στα πίσω του πόδια, σωστό θεριό. Το πήγαιναν λοιπόν  πίσω από το θυληκό το μύριζε και μετά ανέβαινε επάνω του και ζευγάρωνε. Ο Τζαμπαζομανώλης από κοντά να το κρατάει από το σκοινί που ήταν δεμένο και να το προκαλεί με την λέξη «τζάρρρ-τζάρρρ». Μετά την συνεύρεση έλυναν το θυληκό ζώο και άρχιζαν να το κτυπούν ώστε να εξαγριωθεί και κάνει απότομες και έντονες κινήσεις έτσι έλεγαν θα πιάσει πιό καλά ο σπόρος.

Άλλη φορά, θυμάμαι, επειδή το αρσενικό δυσκολευόνταν να μπεί στο θυληκό έπιαναν με το χέρι το πέος του αρσενικού για να το κατευθύνουν.

Αυτό που ήταν άγριο ήταν το μουνούχισμα – ευνουχισμός των αρσενικών ζώων. Μουνούχιζαν τα αρσενικά ζώα, αλογα και γαιδούρια γιά να είναι πιό ήσυχα και ήρεμα. Δηλαδή αν δεν ήταν μουχουχισμένα ήταν αρκετά άγρια και εάν μύριζαν  από μιά απόσταση ένα θυληκό και ειδικά αν ήταν στην περίοδο γονημότητας ήθελαν να ζευγαρώσουν, αφηνίαζαν, λοιπόν, αγρίευαν, ρίχναν κάτω τους αναβάτες ή τα φορτία που κουβαλούσαν ή ακόμα εσπαγαν τα σχοινιά ή τις αλυσίδες με τα οποία ήταν δεμένα. Οι χωρικοί βέβαια τα ήθελαν υπάκουα και υπομονετικά, ετσι λοιπόν τα μουνούχιζαν. Τους έδεναν λοιπόν τα πόδια και τα έριχναν κάτω. Τα κράταγαν βέβαια αρκετοί άντρες οσο μπορούσαν ακίνητα και είχαν μια τεράστια τανάλια με την οποία του  έκοβαν τους όρχεις. Τα μουκριτά του ζώου ακουγόντουσαν από μακρια. Ήταν πάντως πολύ βάρβαρο.

Με την ευκαιρία να πω οτι μουνούχιζαν ακόμα τα γουρούνια. Ο λόγος που τα μουνούχιζαν ήταν οτι, έτσι πέρναν πιό γρήγορα βάρος και τα έσφαζαν τα Χριστούγεννα, επίσης,  δεν μύριζε το κρέας βαρβατίλα.

Απ’ οτι ξέρω στην Σικελία ευνουχίζουν και τους κόκορες έτσι μεγαλώνουν πιό γρήγορα και το κρέας τους είναι πιό τρυφερό. Και οι όρχεις στους κοκκόρους είναι εσωτερικά, και τους σκίζουν με ένα ξυράφι και μετά τους ράβουν με βελόνα και κλωστή. Τούς λένε «gallo castrato».  Πιθανόν να το έχει πάρει και ο Αρκάς από εκεί «καστράτο».

Αναρτήθηκε από: steliosbitzarakis | Νοεμβρίου 23, 2008

Ο Μάμουνας

  

Γραφικός τύπος της περιοχής. Τον λέγανε Κωστή Μάμουνας. Δεν ξέρω βέβαια αν το Μάμουνας ήταν το επίθετο ή παρατσούκλι.

Ήταν από τό Γάζι. Φτωχός άνθρωπος, αλλά, λίγο πειραγμένο το μυαλό του κατά τα πρότυπα της εποχής. Οχι, βέβαια οτι ο άνθρωπος ήταν τρελός, αλλά το μυαλό του δούλευε με ιδιαίτερο τρόπο. Φορούσε πάντα και μια τραγιάσκα. Προσπαθούσε να ζητιανέψει, αλλά δεν του ερχότανε καλά. Δούλευε, δούλευε σκληρά, αλλά με ιδιαίτερο τρόπο. Τι δουλειές έκανε;

Μιά δουλειά ήταν το κουβάλημα νερού στα καφενεία ή στα πλούσια σπίτια. Είχε το κλασσικό ξύλο με τους δύο γάντζους που έβαζε στον ώμο κρέμαγε τις δυο ντενέκες και κουβάλαγε νερό από το πρωί μέχρι το βράδυ. Μια άλλη δουλειά προσφιλής του Μάμουνα ήταν τα ξύλα, ειδικά δε τά αχινοπόδια. Το αχινοπόδι είναι ένας θάμνος ακανθώδης, ξυλώδης εντονου κιτρινοπράσινου χρώματος, που είναι ιδανικό στο προσάναμα και στο να ανάψεις τον φούρνο. Οταν λοιπόν επαιρνε την παραγγελία για αχινοπόδια, έπαιρνε μια σκαλίδα [αξίνα] και πήγαινε στο λαγγό [χέρσες τοποθεσίες εξω από το χωριό] να τα κόψει με την σκαλίδα. Το αξιοπερίεργο ήταν πως τα δεμάτιαζε και πως τα μετέφερε. Τα περνούσε λοιπόν γύρω από το στυλιάρι της αξίνας μέχρι να φαίνεται ένα μικρό μέρος του στυλιαριού για να το πιάνει. Εφταχνε έτσι ένα τεράστιο δεμάτι που το έβαζε στον ώμο του κρατόντας μόνο το στυλιάρι. Ετσι σκυφτός αρχιζε να το μεταφέρει στον πελάτη του. Πολλές φορρές και αρκετά μακρυά. Αυτή την  εικόνα του μικρού-σκυφτού Μάμουνα με το δυσανάλογα μεγάλο δεμάτι, δεν θα την ξεχάσω ποτέ, μου θύμιζει κάτι το πρϊστορικό, μου θυμίζει τον Ατλαντα να κρατάει στην πλάτη του τη γή.

Τις αργίες και τις γιορτές ο Μάμουνας είχε άλλο τρόπο να κερδίσει το ψωμί του. Είχε ενα βιολί μόνιμα ξεκούρδιστο, θα του λείπαν και μερικές χορδές. Το έπαιρνε λοιπόν και έπαιρνε σβάρνα τα καφενεία, ζητιανεύοντας και τραγουδώντας «Λόντρα, Παρίσι, Νιου Γιόρκ, Βουδαπέστη, ……». Αλλο τραγούδι δεν ήξερε. Το τι βέβαια άκουγε …….. αλλά έλεγε βέβαια και αυτός.

Older Posts »

Κατηγορίες