Το 1996 βρέθηκα στο Πετροπαυλόσκ. Μια πόλη 400.000 κατοίκων 150 χιλιόμετρα από το Μινσκ, την πρωτεύουσα της Σιβηρίας. Αυτή η ιστορία έχει ενδιαφέρον, γιατί αναφέρεται στό 1996, δηλαδή μόνο 6-7 χρόνια μετά την κατάρευση της Σοβιετικής Ένωσης.
Ήταν η εποχή που άρχιζαν τα προβλήματα με τις εξαγωγές αλκοολούχων προιόντων πρός τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Στην Άλκον τότε προσπαθούσαμε, με τον Νανώλη τον Στρατήγη και τον Μιχάλη τον Τζαρδή, να περισώσουμε οτι μπορούσαμε από αυτή την κατάσταση. Μέσα σε αυτή τη λογική, ένας πελάτης μας, ρωσοπόντιος, ήθελε να αγοράσει μιά παλιά γραμμή εμφιάλωσης, να την πάρει στο Καζακστάν και να παράγει εκεί το μπράντυ «Μέγας Αλέξανδρος» , που παράγαμε και στο Ηράκλειο, και να το παράγει εκεί με πρώτες ύλες και συμπυκνώματα που θα συνεχίζαμε να του πουλάμε.
Του ετοιμάσαμε λοιπόν μιά παλιά γραμμή που είχαμε, του αγοράσαμε και άλλα συμπληρωματικά μηχανήματα και εξαρτήματα που χρειαζόταν, υλικά, ετικέττες, φιάλες κτλ, του τα φορτώσαμε σε κοντέινερς και τα στείλαμε. Ήθελα ομως και κάποιους να τα εγκαταστήσουν και να παράξουν τις πρώτες παρτίδες. Έτσι αποφασίσαμε να πάω εγώ και ο Σοφοκλής ο Σταράκης, μηχανικός. Ετσι αρχίζει η περιπέτεια.
Ξεκινάμε με τον Σοφοκλή και παίρνουμε ένα αεροπλάνο από την Θεσσαλονίκη για την Ανάπα την τότε πρωτεύουσα του Καζακστάν. Το αεροπλάνο ήταν άθλιο, είχαμε και θέσεις στις τελευταίες σειρές όπου μας ερχόταν η βρώμα από την τουαλέτα. Για φαγητό δεν το συζητάμε. Τελικά φθάνουμε στην Ανάπα και παίρνουμε από εκεί ένα άλλο αεροπλάνο ένα ελικοφόρο Αντόνωφ-42 και μετά από 3,5 ώρες πτήση φθάνουμε στό περίφημο Πετροπαυλόσκ. Μια πόλη στο πουθενά. Πολλά μπλόκ σοβιετικού τύπου αλλά και πολλά χαμόσπιτα χωμένα κυριολεκτικά μέσα στο χώμα. Σαν κάποτε από καθίζηση να είχαν χωθεί μέσα στο χώμα. Μεγάλοι δρόμοι αλλά με ελάχιστη κίνηση. Κυβερνητικά κτήρια με μεγάλες σκάλες και εισόδους ντυμένα με μπέζ-καφέ μάρμαρα. Μεγάλες άδειες πλατείες με αγάλματα της σοβιετικής εποχής. Ανθρωποι όμως ελάχιστοι. Ερημιά. Ηταν Οκτώβριος δεν είχε και τόσο κρύο. Μας πήγαν στο ξενοδοχείο με πολλά συγνώμη γιατί αν και ήταν το καλύτερο της πόλης δεν ήταν και τόσο καλό. Ας το δούμε λοιπόν. Μπαίνουμε σε ένα μεγάλο άτριο, σε μιά γωνία η ρεσεψιόν και γύρω-γύρω μικρά περίπτερα/κιόσκια που κάτι χοντρές κυρίες πουλούσαν οτιδήποτε καλό κυκλοφορούσε. Σοκολάτες, αλκοολούχα, τσιγάρα, μπισκότα, περιοδικά, ρούχα, καλυντικά, απορρυπαντικά και ότι άλλο ετερόκλητο μπορείς να φανταστείς. Φαντάστηκα οτι πουλούσαν ότι έφτανε σ’αυτή την απομονωμένη πόλη. Πρέπει βέβαια να πώ οτι είχε μία και μοναδική πτήση την εβδομάδα με την Ανάπα. Δύο μονόκλινα δεν υπήρχαν και έτσι πήραμε ένα δίκλινο. Και τι δίκλινο! Δύο κρεββάτια κοντά, μάλλον παιδικά πρέπει να ήταν. Και τα κλινοσκεπάσματα ακόμα κοντύτερα. Έτσι τα πόδια ήταν μακρύτερα και από το κρεβάτι αλλά και από τα σκεπάσματα. Η καθαριότητα των σεντονιών σχετική. Στο δωμάτιο είχε ακόμα ένα τραπεζάκι με μιά καρέκλα. Αλλά το σπουδαίο ήταν το μπάνιο. Και η λεκάνη και ο νιπτήρας ήταν χιλιοσπασμένοι, χιλιοκολημμένοι, και στο χρώμα της σκουριάς τα πάντα. Δεν υπήρχε ένα τετραγωνικό εκαταστό στο περίπου λευκό. Και φυσικά ζεστό νερό δεν είχε. Μας είπε ο συνοδός μας οτι μπάνιο θα κάναμε σπίτι του ως επίσης για φαγητό θα κανόνιζε αυτός. Σε κάθε όροφο του ξενοδοχείου υπήρχε μιά κυρά που φύλαγε δεν ξέρω τι. Καθόταν σε μια γωνιά στο κεφαλόσκαλο, είχε και ένα τραπεζάκι με διάφορα μισοφαγομένα τρόφιμα και μια μηχανή καφέ, και απλώς επόπτευε.
Από την άλλη μέρα αρχίσαμε να πηγαίνουμε σε ένα εργοστάσιο όπου παρήγαγαν βότκα, εκεί τουςείχαν δώσει ένα χώρο για να εγκαταστήσουμε την γραμμή για την παραγωγή και συσκευασία του μπράντυ. Αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση ήταν οτι παντού έβλεπες γυναίκες να δουλεύουν με ελάχιστα εργαλεία ή μέσα. Παντού έβλεπες να δουλεύουν το σίδερο. Σαν να μην υπήρχε άλλο υλικό εκτός από το σίδερο. Γυναίκες με την ηλεκτροκόλληση και το οξυγόνο, έκοβαν, κολλούσαν, τρυπούσαν κατασκεύαζαν χωρίς άλλα εργαλεία. Μέσα στο κτήριο έβλεπες τις γυναίκες και καθάριζαν με μια χονδροειδή σκούπα και ένα πανάκι. Με αυτά καθάριζαν, σφουγγάριζαν τα πάντα, τοίχους, πατώματα, μηχανές. Και όλα έλαμπαν! Δεν είχαν ούτε απορρυπαντικά ούτε χλωρίνες. Σπάνια έβλεπες να έχουν και μιά πλάκα σαπούνι. Ολα ήταν τουλάχιστον φαινομενιά καθαρά. Και δεν σταματούσαν καθόλου. Άφηναν το ένα και έπιαναν αμέσως το άλλο.
Αρχίσαμε με τον Σοφοκλή να εγκαταστούμε τα μηχανήματα, και διαπιστώνουμε ότι ένα μεταλλικό εξάρτημα από την αντίστροφη όσμωση είχε σπάσει κατά την μεταφορά. Έπρεπε να έρθει από την Ελλάδα. Έπρεπε όμως να καθίσουμε άλλη μιά εβδομάδα λόγω της συχνότητας των αεποπλάνων και από την Ελλάδα αλλά και από την Ανάπα. Έτσι και θα κάναμε. Έτσι λοιπόν συνεχίσαμε να εγκαθιστούμε τα υπόλοιπα. Εντύπωση μου έκανε οτι δεν υπήρχαν ανοξείδωτα δοχεία και μίξερ. Ολα ήταν εμαγιέ, τα οποία μπορούσαν και τα επισκεύαζαν όπου υπήρχε πρόβλημα. Επισκεύτηκα επίσης την εγκατάσταση της Βότκας. Υπήρχε μιά γραμμή εμφιάλωσης γερμανικά άψογη, που μου έκανε εντύπωση. Η εγκατάσταση της Βότκας ήταν παλιά αλλά καθαρή και τακτοποιημένη. Υπήρχε ένα πολύ υψηλό κτήριο όπου μέσα ήταν τα φίλτρα άμμου (?) και άνθρακα (?). Δεν μου είπαν βέβαια με τι υλικό φιλτράριζαν, αλλά υποθέτω. Τα φίλτρα ήταν και αυτά σιδερένια με εμαγιέ και ήταν πάρα πολή ψηλά και πολλά. Από αυτά την φιλτράριζαν επανηλλημένα μέχρι να έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα που το έλεγχαν κάποιες νέες κοπέλλες που έτρεχαν πάνω κάτω στα φίλτρα πέρνοντας δείγμα από διάφορα σημεία κρατώντας τα φιαλίδια με διάφορους δείκτες μέσα. Δεν μου είπαν βέβαια ούτε τον τρόπο ελέγχου.
Το απόγεμα τρώγαμε συνήθως στο εργοστάσιο, οπου υπήρχε για τους διευθυντές ένα μικρό εστιατόριο, οπου μαγεύρευαν και για μάς. Φαγητά μαγειρευτά, βαριά, παραψημένα και πικάντικα. Πολλά πιάτα με ψάρι. Και πολλά με σούπες. Πολλές φορές τα βράδυα ο συνοδός μας μας έπαιρνε στο σπίτι του όπου τρώγαμε. Όταν βέβαια πηγαίναμε, κάναμε και μπάνιο όπου υπήρχε και ζεστό νερό. Κάποιο βράδυ είμαστε καλεσμένοι από τον διευθυντή του εργοστασίου σπίτι του για φαγητό, λόγω των γενεθλείων του. Ήταν ένα πολύ μικρό διαμέρισμα σε ένα τεράστιο μπλόκ σοβιετικού τύπου. ‘Ημασταν κυριολεκτικά ο ένας επάνω στον άλλο. Ηταν ‘ομως συμπαθητικοί. Φάγαμε ψάρι. Συνέβει και το εξής. Μια στιγμή εσβησαν τα φώτα και ανάψαν κεριά. Η εξήγηση ήταν ότι 5-6 ένοικοι από αυτό το τεράστιο μπλόκ δεν πλήρωσαν το ρεύμα και έτσι έκοβαν το ρεύμα σε όλο το μπλόκ, απροειδοποίητατα, για κάποιες ώρες. Τέλειο σύστημα. Μια Κυριακή μεσημέρι ο συνοδός μας μας πήγε σε ένα σπίτι στην εξοχή όπου ήταν μαζεμένοι καμιά δεκαριά άτομα όπου φάγαμε πάπια στο φούρνο που την είχαν κλείσει όλη σε ζυμάρι. Ηταν νόστιμη και η πάπια και η ζύμη που ηταν ψωμί πλέον. Σε απόσταση περίπου 300 μέτρων από το εξοχικό αυτό πέρναγε ο υπερσιβηρικός σιδηρόδρομος, όπου και τον βλέπαμε. Ήταν τεράστιοι συρμοί οπου πέρναγαν πρός κάθε κατεύθυνση ανα 3-4 λεπτά. Ήταν εντυπωσιακός. Και τα περισσότερα βέβαια εμπορικά. Δεν θυμάμαι να είδα κανένα επιβατικό. Ένα άλλο βράδυ μας πήγαν σε ένα εστιατόριο όπου δεν έλειπε βέβαια και το παραδοσιακό στρηπ-τηζ!.
Ακουσα βέβαια και πολλές ιστορίες για τις πολικές θερμοκρασίες που επικρατούν το χειμώνα που υπερβαίνουν τους -40 βαθμούς υπό το μηδέν, και για το θανάσιμο πρόβλημα των μεταφορών μέσα στίς στέπες. Δηλαδή μου έλεγαν οτι άν ένα αυτοκίνητο ή κάμιον πάθει κάποια βλάβη, και ακινητοποιηθεί στους έρημους δρόμους της στέπας, η τελευταία ενέργεια του οδηγού είναι να βάλει φωτιά στο ίδιο το αυτοκίνητο μήπως και περάσει, μέχρι να αποκαεί κάποιος άλλος οδηγός. Αλλως μένει μόνο ο θάνατος χωρίς άλλη επιλογή.

Εν πάσει περιπτώσει κάποτε ήλθαν και τα αναμενόμενα ανταλλακτικά και έτσι ολοκληρώσαμε την εγκατάσταση και ετοιμαζόμαστε να αναχωρήσουμε. Μου είχε κάνει εντύπωση οτι πουθενά δεν είχαν κομπιουτεράκια, αριθμομηχανές. Είχαν παντού άβακες (αριθμητήρια). Από τις τράπεζες μέχρι τις λαικές αγορές δούλευαν με άβακες. Και στο εργοστάσιο, φυσικά. Είχαν επίσης οι διευθυντές τις μηχανικές αριθμομηχανές, αυτές με την μανιβέλα. Έτσι λοιπόν ζήτησα από μία υπάλληλο του εργοστασίου άν είχαν ένα άβακα να μου τον χαρίσουν για ενθύμιο, μιάς και δεν υπήρχε και κάτι άλλο αξιόλογο. Μετά χαράς μου έδωσαν ένα οπου επάνω έγραψαν και αφιέρωση, παρακαλώ. Κάποια στιγμή μου έρχεται και ένα άλλο ενθύμιο από τον διευθυντή του εργοστασίου. Μιά μηχανική αριθμομηχανή με μανιβέλλα. Τους ευχαρίστησα, τα πήρα και τα έφερα στο σπίτι μου. Το αξιοπερίεργο είναι οτι η μηχανική αριθμομηχανή είχε ημερομηνία παραγωγής. Παρακαλώ 1980!!.
Η επιστροφή έγινε πάντα με ένα Αντόνωφ-42 δικηνητήριο. Είχαμε και Business class, παρακαλώ, που ήταν στο πίσω μέρος του αεροπλάνου με ένα μόνιμο τραπεζάκι μπροστά στα καθίσματα, το οποίο ήτανε στολισμένο με ένα τραπεζομάντηλο λευκό κοφτό. Ξεκινάμε μια χαρά, με συννεφιασμένο καιρό αλλά καλό και μετά από μιά ώρα περίπου καταλαβαίνω οτι το αεροπλάνο έχανε ύψος, πάντα μέσα στα σύννεφα και κάποια στιγμή βλέπω οτι κατεβάζει τους τροχούς. Πανικοβλήθηκα λίγο γιατί η πτήση ήταν 3,5 ώρες. Με βλέπει μια κυρία απέναντι μου και μου λέει χαμογελστά σε esperando «εδώ είναι σιβηρία, βενζίνη, βενζίνη ….’ κατάλαβα ανεφοδιασμός λέω. Κατεβαίναμε, λοιπόν στο αεροδρόμιο της Αστάνα, σημερινής πρωτεύουσας του Καζακστάν. Μας κατεβάζουν όλους στο επιβατικό σταθμό μέχρι να ολοκληρωθεί ο ανεφοδιασμός, και καθόμασταν σε κάτι πάγγους σε μια τεράστια αίθουσα του αεροδρομίου όπου τρυγύρω υπήρχαν πόρτες κλειστές και διάφορες θυρίδες. Μια από αυτές φαινόταν οτι ήταν ταμείο. Βλέπω λοιπόν, κάποια στιγμή, τον πιλότο του αεροπλάνου να έρχεται στο ταμείο με μια πλαστική σακούλα και να βγάζει από μέσα χαρτονομίσματα και να πληρώνει κάτι. Προφανώς την βενζίνη. Μου έκανε εντύπωση το «μετρητοίς».
Μετά από 2 εβδομάδες παραμονής στο Καζακστάν, φθάνουμε με τον Σοφοκλή στην Ανάπα και μας πληροφορούν οι γνωστοί μας οτι το αεροπλάνο για την Ελλάδα είχε μετά από μία εβδομάδα. Μας λένε, βέβαια, οτι δεν υπάρχει πρόβλημα και ότι θα περνάγαμε καλά μιά εβδομάδα. Εγώ δεν εβλεπα την ώρα να επιστρέψω. Τους λέω, λοιπόν, να μου βρούν μιά πτήση και ας είναι μέσω Νέας Υόρκης. Μου λένε οτι ίσως υπάρχει μιά πτήση μέσω Κωνσταντινούπολης. Πάμε στο αεροδρόμιο, βρίσκουμε την πτήση η οποία αναχωρούσε σε 2-3 ώρες και χωρίς να έχουμε φάει τίποτε ετοιμαζόμαστε για την αναχώρηση. Η κατάσταση στο αεροδρόμιο φρικτή. Μας μαζεύουν σε μια αίθουσα, ένα πλήθος περίεργο, περισσότερο νέοι ανθρωποι μίλαγαν δυνατά, χαμογελούσαν κα. Μαθαίνω λοιπόν οτι αυτό το αεροπλάνο φεύγει κάθε Παρασκευή και την μιά εβδομάδα πάει στην Κωνσταντινούπολη και την άλλη στα Αραβικά Εμιράτα. Όλοι οι επιβάτες είναι συνήθως έμποροι που πάνε και αγοράζουν εμπορεύματα, τα φορτώνουν στο αεροπλάνο την επομένη και επιστρέφουν. Μπαίνουμε στα λεωφορεία και μας πηγαίνουν στο αεροσκάφος. Βλέπω ένα τεράστειο Illiusin που έγραφε επάνω Tajikistan. Βλέπω επίσης τους επιβάτες να συνωστίζονται, να φωνάζουν, να σπρώχνουν για να ανέβουν. Λέω, λοιπόν, άστους εμείς οι πολιτισμένοι θα πάμε τελευταίοι με το νούμερο της θέσης μας. Ανεβαίνουμε τελικά από την μεσαία πόρτα του αεροπλάνου που φαινόταν μιά κουρτίνα και ένα καντηλάκι. Μόλις μπαίνω κοιτάζω αριστερά. Η κατάσταση ήταν υποφερτή αλλά όλα τα καθίσματα γεμάτα, δεν υπήρχαν κενά. Κοιτάζω δεξιά και τι να δώ. Απερίγραπτη η κατάσταση. Δεν υπήρχαν καθίσματα μέχρι τέλους. Ηταν κενός χώρος μάλλον αποθηκευτικός. Τα καθίσματα που υπήρχαν τα περισσότερα ήταν σπασμένα. Στην οροφή δεν υπήρχε ταπετσαρία και φαινόντουσαν οι σωληνώσεις και οι καλωδιώσεις. Υπήρχε μόνο ένα μικρό φωτάκι σαν καντηλάκι. Τελικά βρίσκουμε δύο καθίσματα, μισοσπασμένα όπου ο πισινός μας ακουμπούσε στο δάπεδο. 5 ώρες πτήση παρακαλώ. Ξεκινάει την πτήση μια χαρά. Μέσα γινόταν ο χαμός, γέλια, φωνές, τραγούδια, ερωτοτροπίες οι νεαροί με τις νεαρές ό,τι μπορείτε να φανταστήτε. Πεινάγαμε. Κάποια αεροσυνοδός μας δίνει μιά σακούλα νάυλον με ένα κομμάτι ψωμί, μιά τούρκικη σοκολάτα και τα πιρούνια. Μας δίνουν επίσης ένα αλλουμινένιο δισκάκι ζεστό και ένα μπουκάλι νερό. Λέμε, τουλάχιστόν, θα φάμε. Ανοίγουμε το δισκάκι και είχε μέσα πιλάφι με κοτόπουλο, αλλά βρώμαγαν κυριολεκτικά. Προσπαθήσαμε κάτι να φάμε, αλλά αδύνατον. Ευτυχώς που είχα ένα μήλο στην τσάντα μου και το φάγαμε με τον Σοφοκλή.
Φθάνουμε στην Κωνσταντινούπολη κάπου τρεις το πρωί. Τρώμε αμέσως, γιατί δεν αντέχαμε άλλο. Βρίσκουμε τα γραφεία της Ολυμπιακής και ήταν κλειστά ενώ η πτήση έφευγε τις 10 το πρωί. Θα άνοιγαν στίς 8. Σκέφτομαι λοιπόν, και άν δεν έχει θέσεις τι θα γίνει? Βρίσκω τις τουρκικες αερογραμμές που είχε πτήση στίς 8 το πρωί και είχε και θέσεις. Αρχίζει ο Σοφοκλής ότι δεν πετάει με τους Τούρκους. Άλλος αγώνας να τον πείσω να φύγουμε με τους τούρκους, οπως έλεγε. Τελικά συμφώνησε λέγοντας του οτι θα τον αφήσω μόνο του. Τελικά φύγαμε.
Μετά από κάποιες ημέρες είδα στην τηλεόραση οτι ένα αεροπλάνο Illiysin του Tajikistan έπεσε κατά την απόγείωση του στα Αραβικά Εμιράτα ……..