Επάγγελμα της εποχής, συνδεδεμένο με το εμπόριο ζώων , ειδικά δε αλόγων, μουλαριών και γαιδάρων. Μαζί με το εμπόριο ζώων ασχολούνταν και με άλλα παρεμφερή αντικείμενα με τα ζώα, οπως την αναπαραγωγή, το μουνούχισμα [ευνουχισμό], το πετάλωμα και καμμιά φορά έκαναν και τον κτηνίατρο.
Αυτόν που θυμάμαι εγώ ήταν ο Τζαμπαζομανώλης. Γνήσιος κρητικός ψηλός, φορούσε χιαλβάρια [την κρητική ενδυμασία με βράκα, γιλέκο] και στιβάνια. Φορούσε και το κλασσικό κρητικό μαντήλι στό κεφάλι. Λεβεντάθρωπος. Είχε και το δικό του μπεγίρι [αρσενικό άλογο]. Ηταν όμορφο να τον βλέπεις καβάλα πάνω στο ατίθασο μπεγίρι με την όμορφη πέτσινη σέλα και τα χάμουρα στολισμένα με πολλές κόκκινες φουντίτσες και μπλέ χάντρες. Κοντά στό μαγαζί μας ήταν το σπίτι του και μια ημιτελής οικοδομή όπου έκανε το εμπόριο των ζώων τα ζευγαρώματα, το μουνούχισμα κ.α.
Θυμάμαι, παιδί τότε κρυφά πήγαινα και κρυφοκοίταζα τα ζευγαρώματα και τα μουνουχίσματα. Αλλα γαργαλιστικά και άλλα αηδιαστικά και αποτρόπαια βέβαια.
Ολα αυτά συμβαίνανε Σάββατο στο παζάρι. Ετσι λειτουργούσε η αγορά του Αρκαλοχωριού. Το Σάββατο λοιπόν έρχόντουσαν όλοι από τα τριγύρω χωριά να πουλήσουν τά προϊόντα τους να αγοράσουν τρόφιμα, ρούχα, εργαλεία, εφόδια αγροτικά, να πάνε στο γιατρό, στον οδοντογιατρό, να κάνουν τα συμβόλαια αγοραπωλησιών και …….τελικά να πάνε και την γαιδούρα ή την φοράδα κτλ κτλ
Ετσι λοιπον οταν τα θυληκά αυτά ζώα, γαιδούρα ή φοράδα, ήταν στις γόνιμες ημέρες – θυμίζαν – και ο ιδιοκτήτης τους ήθελε να μείνουν έγγυα, παρά να ζευγαρώσουν με οποιοδήποτε αρσενικό τα έφερναν το σάββατο στο Αρκαλοχώρι να τα ζευγαρώσουν με τα αρσενικά του Τζαμπαζομανώλη που ήταν από καλή ράτσα. Είχε, βέβαια ένα όμορφο μπεγίρι και έναν τεράστιο αρσενικό γάιδαρο για επιβήτορες. Θα περιγράψω και κάποιες σκηνές ζευγαρώματος γιατί αξίζει τον κόπο. Εκεί λοιπόν στο χάλασμα έδεναν πολύ κοντά στο τοίχο το θυληκό ζώο που θύμιζε ωστε να μην μπορεί να μετακινειται. Μετά εφερναν τον επιβήτορα, ο οποίος εχοντας μυριστει οτι υπήρχε κοντά ένα θυληκό ζώο που θύμιζε ήταν ήδη εξαγριωμένο, που το είχαν δεμένο και το συνκρατούσαν, εβγαζε κραυγές, σηκωνόταν στα πίσω του πόδια, σωστό θεριό. Το πήγαιναν λοιπόν πίσω από το θυληκό το μύριζε και μετά ανέβαινε επάνω του και ζευγάρωνε. Ο Τζαμπαζομανώλης από κοντά να το κρατάει από το σκοινί που ήταν δεμένο και να το προκαλεί με την λέξη «τζάρρρ-τζάρρρ». Μετά την συνεύρεση έλυναν το θυληκό ζώο και άρχιζαν να το κτυπούν ώστε να εξαγριωθεί και κάνει απότομες και έντονες κινήσεις έτσι έλεγαν θα πιάσει πιό καλά ο σπόρος.
Άλλη φορά, θυμάμαι, επειδή το αρσενικό δυσκολευόνταν να μπεί στο θυληκό έπιαναν με το χέρι το πέος του αρσενικού για να το κατευθύνουν.
Αυτό που ήταν άγριο ήταν το μουνούχισμα – ευνουχισμός των αρσενικών ζώων. Μουνούχιζαν τα αρσενικά ζώα, αλογα και γαιδούρια γιά να είναι πιό ήσυχα και ήρεμα. Δηλαδή αν δεν ήταν μουχουχισμένα ήταν αρκετά άγρια και εάν μύριζαν από μιά απόσταση ένα θυληκό και ειδικά αν ήταν στην περίοδο γονημότητας ήθελαν να ζευγαρώσουν, αφηνίαζαν, λοιπόν, αγρίευαν, ρίχναν κάτω τους αναβάτες ή τα φορτία που κουβαλούσαν ή ακόμα εσπαγαν τα σχοινιά ή τις αλυσίδες με τα οποία ήταν δεμένα. Οι χωρικοί βέβαια τα ήθελαν υπάκουα και υπομονετικά, ετσι λοιπόν τα μουνούχιζαν. Τους έδεναν λοιπόν τα πόδια και τα έριχναν κάτω. Τα κράταγαν βέβαια αρκετοί άντρες οσο μπορούσαν ακίνητα και είχαν μια τεράστια τανάλια με την οποία του έκοβαν τους όρχεις. Τα μουκριτά του ζώου ακουγόντουσαν από μακρια. Ήταν πάντως πολύ βάρβαρο.
Με την ευκαιρία να πω οτι μουνούχιζαν ακόμα τα γουρούνια. Ο λόγος που τα μουνούχιζαν ήταν οτι, έτσι πέρναν πιό γρήγορα βάρος και τα έσφαζαν τα Χριστούγεννα, επίσης, δεν μύριζε το κρέας βαρβατίλα.
Απ’ οτι ξέρω στην Σικελία ευνουχίζουν και τους κόκορες έτσι μεγαλώνουν πιό γρήγορα και το κρέας τους είναι πιό τρυφερό. Και οι όρχεις στους κοκκόρους είναι εσωτερικά, και τους σκίζουν με ένα ξυράφι και μετά τους ράβουν με βελόνα και κλωστή. Τούς λένε «gallo castrato». Πιθανόν να το έχει πάρει και ο Αρκάς από εκεί «καστράτο».