Αναρτήθηκε από: steliosbitzarakis | Δεκεμβρίου 20, 2008

Επικοινωνία

 

Την περίοδο 1950/60 την οποία θυμάμαι πολύ καλά, η εξέλιξη της Κρήτης ήταν από ανύπαρκτη, κατά κάποιο τρόπο ως πάρα πολύ αργή. Η Κρήτη ήταν απομονωμένη από τον έξω κόσμο, περισσότερο βέβαια τα χωριά στο εσωτερικό και νότια. Στα βόρεια η κατάσταση ήταν καλύτερη δοθέντος οτι ήταν και οι μεγάλες πόλεις, πρωτεύουσες των νομών, το Ηράκλειο και τα Χανιά είχαν και αεροδρόμιo και λιμάνι, έτσι είχαν επικοιωνία με την υπόλοιπη Ελλάδα. Ειχαν ηλεκτρικό, τηλέφωνο,είχαν και ραδιόφωνο, ερχόταν τακτικά και οι εφημερίδες,  είχαν τέλος πάντων κάποια επικοινωνία, που τελικά φέρνει την εξέλιξη μιας κοινωνίας ως πρός τα ήθη τα έθιμα, το τρόπο ζωής, το τρόπο θεώρησης των πραγμάτων.

Στην επαρχία, στα χωριά, η κατάσταση ηταν τελείως διαφορετική. Δεν υπήρχε επικοινωνία. Στήν καλύτερη περίπτωση υπήρχε ένας επαρχιακός δρόμος, χωματόδρομος βέβαια, με κάποιο παμπαλαιο λεωφορείο που έκανε την σύνδεση με το Ηράκλειο. Φεύγαν το πρωί από τα χωριά και γυρναγαν το βράδυ. Ταξείδι περιπετειώδες, τα λεωφορεία παμπάλαια χαλούσαν στην διαδρομή και αρχιζε ο αγώνας της επισκευής επί τόπου. Οι δρόμοι δύσβατοι, κατολοισθήσεις και άλλα. Αλλες διαδρομές γινόντουσαν με φορτηγά, που μετέφεραν εμπορεύματα, ανθρώπους, αλλά και ζώα. Τα φορτηγά αυτά ήταν του Β’ παγκοσμίου πολέμου που τα είχαν εγκαταλήψει οι σύμμαχοι συνήθως. Ήταν οι καρνάβαλοι και τα GMC, με πολλές μετατροπές, αυτά τουλάχιστον θυμάμαι.

Ολα αυτά, βέβαια, τα θυμάμαι τα έχω ζήσει. Ο πατέρας μου σαν έμπορος, πήγαινε κάθε Δευτέρα στο Ηράκλειο για να ψωνίσει για το μαγαζί. Μιά φορά το χρόνο οταν δεν είχαμε σχολειό, συνήθως καλοκαίρι με έπαιρνε μαζί του έτσι για να βλέπω το Ηράκλειο. Σημαντικό γεγονός ήταν για μένα η επίσκεψις στο Ηρακλειο αλλα και το ταξείδι με το λεωφορείο ή αργότερα με το αμερικάνικο αγοραίο ταξί του θείου μου του Γιώργου του Τερζάκη.

Στο Ηράκλειο τώρα, ακολουθούσα τον πατέρα στις δουλειές και το μεσημέρι πηγαίναμε καί τρώγαμε στο εστιατόριο Νέα Ιωνία, και δε θα ξεχάσω το ψητό σε φέτες του έτρωγα συνήθως και το παγωμένο καρπούζι. Στο χωριό καρπούζι είχαμε αλλά παγωμένο όχι. Αν είχαμε χρόνο με πήγαινε και στό λιμάνι να χαζέψω τό καράβι που έφευγε για τον Πειραιά. Το «Αγγέλικα» το «Αχιλεύς» κ.α.

Ετσι ήταν τα πράγματα τότε οι ανθρωποι δεν κυκλοφορούσαν πολύ, οι ειδήσεις ήταν δύσκολο να φθάσουν στους ανθρώπους της υπαίθρου το ίδιο βέβαια να κυκλοφορήσουν και οι ιδέες. Ενα ταξείδι από το χωριό στο Ηράκλειο – στη πρωτεύουσα – ήταν πολύ σημαντικό γεγονός. Πήγαιναν μόνο για λόγους ανάγκης, οπως για θέματα υγείας οπως εγχειρήσεις κτλ. Γενικά ήταν ένα γεγονός που το θυμούνταν και το εξιστορούσαν στους άλλους μιά ζωή ολόκληρη, χωρίς καμμιά υπερβολή.

Θα εξιστορίσω μιά ιστορία που εζησα προσωπικά που έχει σχέση με τα παραπάνω.

Στο μαγαζί ο πατέρας μου είχε ένα κάλφα από τη Μάρθα ένα χωριό της επαρχίας Βιάννου. Καθε πρωί έφευγε από τη Μάρθα το λεωφορείο πέρναγε από το Αρκαλοχώρι, έκανε μια στάση 15 λεπτων και συνέχιζε για το Ηράκλειο. Το απόγευμα έκανε το αντίστροφο κάνοντας πάντα τη στάση στο Αρκαλοχώρι. Στη πρωινή στάση έρχεται στο μαγαζί για να χαιρετίσει τον κάλφα μια ξαδέλφη του με τον πατέρα της. Μια όμορφη κοπέλλα 25-30 ετων απ’ οτι θυμάμαι. Ξαναφεύγει και το απόγεμα στη στάση της  επιστροφής ξαναγυρνάνε και συμβαίνει το εξής. Η κοπέλλα κρύβει το πρόσωπο της με τα χέρια της, κάθεται στα πόδια και χωρίς να κατεβάσει την κυλότα της αρχίζει να κατουρεί στη μέση-μέση του μαγαζιού! Την βλέπει ο ξαλελφος της αλλά και όλοι οι υπόλοιποι αφωνοι. Τι είχε συμβεί? Προφανώς στη αγνωστη πόλη το Ηράκλειο ντρεπότανε νά  πει στόν πετέρα της ή να ζητήσει μια τουαλέτα! 


Leave a response

Your response:

Κατηγορίες