Αλλο ένα επάγγελμα που σήμερα δεν υπάρχει πιά. Απαραίτητο, σημαντικό για τούς χωριάτες. Τότε ήταν κάτι σαν τους μηχανικούς αυτοκινήτων ή καλύτερα τους σημερινούς λαμαρινατζήδες . Ολοι τους επισκευάζουν μεταφορικά μέσα.
Θυμάμαι τρείς σαμαράδες στο Αρκαλοχώρι. Ο ένας ήταν κατοικος Αρκαλοχωρίου και είχε μόνιμη έδρα, δηλαδή, μαγαζί. Ηταν ο Λευτέρης ο Μουρτζάκης. Οι άλλοι δύο έρχόντουσαν στο παζάρι του Σαββάτου. Ο ένας ήταν από τη Βουτουφού [σημερινό Λευκοχώρι], και ο άλλος από τους Αποστόλους. Και οι δυό τους είχαν στέκι κοντά στο μαγαζί μας. Αυτός μάλιστα από τη Βουτουφού είχε στέκι ακριβώς στην γωνία του μαγαζιού μας διπλα στην είσοδο. Συγκεκριμένα βρίσκανε ένα χώρο συνήθως ένα πεζοδρόμιο που ήταν καθαρό και απλώνανε κατάχαμα την πραμάτια τους και τα εργαλεία τους στην περίπτωση μας.
Οι εργασίες που κάνανα ήταν τρείς. Καινούργια σαμάρια επί παραγγελία, πώληση παλαιών επισκευασμένων και τέλος επισκευή σωμαριών επί τόπου.
Ο σκελετός των σωμαριών ήταν φταγμένος από σκληρό ξύλο.Γιά να το δουλέψουν χρησιμοποιούσαν περισσότερο από όλα τα εργαλεία το τσεκούρι, μαναράκι το λέγανε. Χρησιμοποιούσαν, για να στερεόσουν τον σκελετό πολύ λίγα καρφιά και σιδερένιους συνδετήρες, τα περισσότερα ξύλα ήταν περαστά. Ο ξύλινος σκελετός στερεονότανε πάνω σε ένα «μαξιλάρι» που είχε τέτοια φόρμα ώστε να προσαρμόζεται σωστά στη πλάτη του ζώου. Η καλή προσαρμογή ήταν σημαντική, γιατί καθόταν καλα στό ζώο και δεν το πλήγωνε. Ενα κακό σωμάρι χωρίς καλή προσαρμογή δημιουργούσε πολλά προβλήματα στο ζώο, το πληγωνε, αλλά και στό φόρτωμα είχε πρόβλημα γιατί «ξεσωμάριζε» πολύ εύκολα.
Αυτό το μαξιλάρι εξωτερικά ηταν καλυμμένο με δέρμα εσωτερικά είχε ένα περίεργο κατασκεύασμα, που το λέγανε στρασούρι. Ήταν φτιαγμένο από τρίχες ζώου ήταν χοντρο με πάχος 1 εκατοστό και το χρώμα του ήταν ασπριδερο-γκρίζο. Αυτό το μαξιλάρι το γέμιζαν με κάποιο συγκεκριμένο είδος ξερών χόρτων.
Το σωμάρι στερεονότανε πάνω στο σώμα του ζώου με κάποια πέτσινα εξαρτήματα. Κάτω από το λαιμό ήταν η «μπροστελίνα». Ακριβώς στή βάση της ουρας ήταν η «καπλοδέτα», άλλη μία καπλοδέτα πήγαινε λίγο παρακάτω. Κάτω από την κοιλιά του ζώου πήγαινε η «γίγλα». Από τον ξύλινο σκελετό περίσσευαν κάποια ξύλα τα «σκαρβέλια», οπου έδεναν τα σκοινιά το «φόρτωμα».
Προσπαθούσαν να στολίσουν τα σωμάρια με τις πούλιες που ήταν χρωματιστά κομματάκια υφάσματος καρφωμένα πάνω στο σκελετό.
Αναρτήθηκε από: steliosbitzarakis | Ιουνίου 2, 2009
Ο Σωμαράς
Αναρτήθηκε στις Αρκαλοχώρι, Ασχολείες ατόμων | Ετικέτες: σκαρβέλια, Σωμάρι, γίγλα, καπλοδέτα, μπροστελίνα, μαναράκι