Η ιστορία αυτή αναφέρεται και στη δεκαετία του 50 αλλά, περισσότερο σε παλαιότερες εποχές, και τις μεταφέρω βέβαια από ιστορίες που έχω ακούσει από τους συγγενείς μου. Στη δεκαετία του 50 έζησα και εγώ, εν μέρει, αυτή την ιστορία.
Η κύρια ασχολία των κατοίκων εκείνη την εποχή ήταν η γεωργία. Ασχολούνταν με τρόπους και μέσα που εμείς σήμερα, θα τους χαρακτηρίζαμε πρωτόγονους. Ένα σημαντικό θέμα της γεωργίας είναι και ήταν η λίπανση. Λιπάσματα όμως συνθετικά δεν υπήρχαν. Υπήρχαν μόνο οι φυσικοί τρόποι λίπανσης. Και βασικά οι κοπριές από ζώα χορτοφάγα οικόσιτα, δηλαδή, απο γαιδούρια, άλογα, αγελάδες, κατσίκια και πρόβατα μέχρι κότες και κουνέλια. Και καλά, οι κότες και τα κουνέλια ήταν περιορισμένα συνήθως, και μπορούσαν να μαζευτούν οι κοπριές τους, αλλά για τα υπόλοιπα υπήρχε πρόβλημα γιατί κυκλοφορούσαν στους αγροτικούς και αστικούς δρόμους. Ο καταμερισμός εργασίας της εποχής όριζε για το μάζεμα της κοπριάς των ζώων, τις γυναίκες και τα παιδιά.
Τα ζώα λοιπόν κυκλοφορούσαν στους δρόμους, αγροτικούς και δημόσιους και μέσα στα χωριά, έμεναν δεμένα στις δέστρες συνήθως έξω από τα σπίτια, δένονταν στα χωράφια για βοσκή, μέναν μέσα στους σταύλους τα βράδυα. Πρέπει δε να πω, ότι τα ζώα κυκλοφορούσαν πολύ έξω από τους σταύλους διότι δεν υπήρχαν ζωοτροφές, έτσι έπρεπε να τα πάνε να βοσκήσουν στα χωράφια ή να τους φέρουν χορτάρι και καρπούς μέσα στο σταύλο. Με την κυκλοφορία των ζώων όλοι οι δρόμοι ήταν γεμάτοι κοπριές. Στους σταύλους δεν υπήρχε πρόβλημα γιατί μόλις ξεραίνονταν τις έβαζαν σε τσουβάλια και τις μετέφεραν στα χωράφια και τα περιβόλια. Όταν ήταν για βοσκή, οι κοπριές παρέμεναν στο χωράφι που έβοσκαν.
Όταν τα παιδιά δεν ήταν στο σχολείο, καθένα είχε ένα δικό του τσουβαλάκι και με τα άλλα παιδιά πήγαιναν στους αγροτικούς κυρίως δρόμους και με μια μικρή σκούπα ή ακόμα και με τα χέρια μάζευαν τις καββαλίνες, βουτσές και καμμιά φορά και τις προβατσουλιές. Τις έβαζαν στο τσουβαλάκι και τις μετέφεραν στο κοντινότερο χωράφι τους ή στο σόχωρό τους (σόχωρο ήταν ένας μικρός περιφραγμένος χώρος κοντά στο χωριό ή πίσω από κάθε σπίτι, όπου υπήρχαν παλιά αντικείμενα, ζώα, κοτέτσια, κοπριές κ.α.). Τα παιδιά, βέβαια, το έπαιρναν και σαν παιχνίδι, τσακώνονταν για το ποιός θα μαζέψει ποιές κοπριές, έπεφταν και μερικές σπρωξιές και μπουνιές, αλλά στο τέλος όλα μαζί γύριζαν στο χωριό κοκορέβοντας ποιός μάζεψε τις περισσότερες κοπριές. Το ίδιο συνέβαινε και στο σπίτι του παππού μου του κοκολογιάννη όπου είχε 6 παιδιά, και βέβαια όλα πήγαιναν και στο μάζεμα των κοπριών. Τις πήγαιναν σε ένα κοντινό χωράφι όπου το κάθε ένα παιδί είχε το δικό του σωρό. Έτσι κοκορεύονταν ποιός θα έκανε το μεγαλύτερο σωρό. Και η επιβράβευση, το μόνο πιθανόν ένα «μπράβο» από τον πατέρα τους, γιατί δεν μπορούσε να υπήρχε κάτι άλλο.
Η ευθύνη, ας πούμε, γύρω από τα σπίτια ήταν των γυναικών. Θα εξηγήσω πώς βρισκόντουσαν κοντά στα σπίτια οι κοπριές. Κατ’ αρχήν δεν υπήρχαν άλλα μεταφορικά μέσα εκτός από τα ζώα. Παντού έβλεπες ζώα. Με τα ζώα περνούσαν να πάνε στις αγροτικές δουλειές, με τα ζώα μετακινούνταν από το ένα χωριό στο άλλο, μετέφεραν τα προιόντα τους από το χωράφι και από το σπίτι στον έμπορο. Με τα ζώα ερχόντουσαν το Σάββατο στο παζάρι, οι επισκέπτες αλλά και πολλοί έμποροι, πήγαιναν στα πανηγύρια, στους γάμους, δηλαδή, τα χρησιμοποιούσαν παντού. Στους εξωτερικούς τοίχους σπιτιών και μαγαζιών υπήρχαν κτισμένες σιδερένιες δέστρες ή άφηναν να περισσεύουν πέτρες που είχαν μια τρύπα, ακριβώς για να περνούν το σκοινί με το οποίο έδεναν το ζώο για να μην τους φύγει. Επίσης υπήρχαν έξω από τα σπίτια αρκετά δέντρα όπου έδεναν τα ζώα και είχαν και σκιά το καλοκαίρι. Με τόσα λοιπόν ζώα, υπήρχε και αρκετή κοπριά στους δρόμους. Έτσι λοιπόν, οι γυναίκες, μόλις είχαν κάποιο χρόνο, ιδιαίτερα το σούρουπο, έβγαιναν στο δρόμο με την παρασύρα (σκούπα) και μάζευαν τις κοπριές. Δεν έλειπαν και οι παραξηγήσεις γιατί μάζευαν τις κοπριές μπροστά από τα σπίτια των άλλων γυναικών. Μπροστά από το σπίτι μας στην Αγία Παρασκευή που υπήρχαν μερικές μουριές όπου έδεναν τα ζώα τους οι επισκέπτες του παζαριού, τις είχαν μοιράσει οι γειτόνισσες. Έτσι κάθε μία ήξερε από ποιές μουριές θα μάζευε τις κοπριές.
Μετά βέβαια τις κοπριές τις έβαζαν σε τσουβάλια πάνινα πολλαπλών χρήσεων, και τις μετέφεραν πάντα με τα ζώα στα χωράφια ή στα σόχωρα και τις άφηναν σωρό κόποιο χρονικό διάστημα για να χωνέψουν.
Έτσι λίπαιναν – κόπριζαν – τα χωράφια και τους κήπους για να αβγατίσει κάπως η σοδειά. Άλλα λιπάσματα δεν υπήρχαν. Αυτά άρχισαν να εμφανίζονται από τα μέσα της δεκαετίας του 50.