Η Μουσταλευριά φτιαχνόταν στα μέσα του Σεπτεμβρίου. Στη Κρήτη την λέγαμε και «κεφτέρια». Ηταν ένα εποχιακό γλύκισμα, αλλά απ΄αυτήν φτιάχναν και κάποια χειμωνιάτικα καλούδια.
Οταν λοιπόν τέλειωνε ο τρύγος με τις σταφίδες, τα επιτραπέζια και το κρασί και ηρεμούσαν οι δουλειές ερχόταν η σειρά της μουσταλευριάς. Ετσι λοιπόν πήγαιναν και μάζευαν οτι σταφίλια είχαν απομείνει πίσω στα αμπέλια που δεν είχαν κάποια εμπορική αξία. Δεν ήταν ανάγκη να ήταν απ το ίδιο ή από κάποιο συγκεκριμένο είδος. Θυμάμαι συγκεκριμένα την θεία μου την Αταλάντη να με παίρνει, μικρός τότε, με το άλογο και να πηγαίνουμε στα διάφορα αμπέλια να μαζεύουμε τσαμπιά που είχαν μείνει, καμπανούς (δεύτερα σουλτανιά σταφυλάκια), στους δέτες (σύνορα μεταξύ ιδιοκτησιών) που υπήρχαν διάφορα κλίματα και μαζεύαμε οτι βρίσκαμε. Τα βάζαμε στα κοφίνια τα φορτώναμε στο άλογο και γυρνάγαμε στο σπίτι. Τα πατούσαμε και τα σφίγγαμε για να βγάλουμε το μούστο. Το μούστο τον έβαζαν μετά σε μια μεγάλη χύτρα, συνήθως στο μπουγαδοτσίκαλο, και τον έβραζαν βάζοντας του μέσα και λίγο ασπρόχωμα για να κόψει. Το ασπρόχωμα το βάζαν για να βοηθήσει να καταπέσουν στο πυθμένα της χύτρας τα στερεά αιωρούμενα σωματίδια. Σταμάταγαν το βράσιμο και αφηναν τον μούστο μέσα στην χύτρα να κρυώσει και να ηρεμήσει. Συνήθως την άλλη μέρα έψηναν τα «κεφτέρια». Το σπίτι ήταν σε οργασμό γιατί έπρεπε να φτιάξουν διάφορα πράγματα με τον μούστο. Κατ΄αρχήν χώριζαν ένα μέρος του καθαρισμένου μούστου αν ήθελαν να φτιάξουν και πετιμέζι. Εν τω μεταζύ εσπαγαν καρύδια και αμύγδαλα τα καβούρτιζαν μαζί με σουσάμι και τα χοντροκοπάνιζαν για τα κεφτέρια που θα κατανάλωναν άμεσα, φρέσκα. Επίσης περνούσαν σε κλωστή, με τη βοήθεια μιας βελόνας ολόκληρα μύγδαλα ή μισά καρύδια για τα «σουτζούκια». Ετσι έφτιαχναν σουτζούκια με αμύγδαλα ή με καρύδια μήκους περίπου 50 εκατ..
Το ψήσιμο γινόταν πάντα στο μπουγαδοτσίκαλο έχοντας κρεμάσει μέσα ένα ματσάκι αμπερόζα, απαραίτητο μυρωδικό. Οταν τα κεφτέρια «δέναν» ήταν έτοιμα. Αρχιζαν να τα βάζουν σε πιάτα και να βάζουν από πάνω τα κοπανισμένα αμύγδαλα, καρύδια, σουσάμι ως επίσης και κανέλλα. Και τα άφηναν να κρυώσουν. Ενώ το μπουγαδοτσίκαλο σιγόβραζε εμβάπτιζαν μέσα τά σουτζούκια που τα κράταγαν απο τη κλωστή που περίσσευε. Γύρω απο τα μύγδαλα κολλούσε ένα στρώμα μουσταλευριάς , ετσι τα κρεμούσαν ώστε να αερίζονται καλά, και οταν στέγνωναν λίγο τα ξαναεμβάπτιζαν 3-4 φορές, ώστε να δημιουργηθεί ένα καλό στρώμα μουστελευριάς . Τα άφηναν κρεμασμένα για μερικές ημέρες σε δροσερό και αεριζόμενο περιβάλλο ώστεν να στεγνώσουν πλήρως. Τέλος την υπόλοιπη μουστελευριά την άπλωναν σε μεγάλα ταψιά σε ένα πάχος περίπου 5 εκατ. και την άφηνα να στεγνώσει.
Οταν τέλειωναν άρχιζαν να μοιράζουν στην γειτονιά μερικά πιατάκια με κεφτέρια. Ετσι έκαναν όλοι. Τα φρέσκα κεφτέρια τα κατανάλωναν μέσα σε μιά εβδομάδα. Τα σουτζούκια τα άφηναν να ξεραθούν καλά, και μετά τα έκοβαν σε μικρά κομμάτια τα πασπάλιζαν με λίγο αλεύρι για να μην κολλάνε μεταξύ τους και τα φύλαζαν για το χειμώνα. Το ίδιο και τη μουσταλευριά στα ταψιά οταν στέγνωνε την κόβαν σε κομματάκια σχήματος ρόμβου και συνέχιζαν εκτός ταψιού το στέγνωμα. Στο τέλος τα πασπάλιζαν και αυτά αλεύρι και τα φύλαγαν για τον χειμώνα. Αυτά ήταν τά γλυκά της εποχής. Οταν έκανε κρύο ήταν θαυμάσια, με πολύ ενέργεια. Θυμάμαι και πήγαινα στο σχολείο, έβαζα και στην τσέπη ένα κομμάτι ξερή μουσταλευριά ….. ηταν από τα λίγα γλυκίσματα που είχαμε εκείνη την εποχή. Οι μεγάλοι τα κατανάλωναν συνοδεύοντας τα με ρακί.
Το πετιμέζι το έφτιαχναν ζεσταίνοντας το καθαρισμένο μούστο σε ένα τηγάνι για να εξατμίστει γρήγορα, και οταν έφτανε στην επιθυμητή πυκνότητα και «έδενε» ηταν έτοιμο. Το έβαζαν σε μπουκάλια και το χρησιμοποιούσαν τον χειμώνα. Το βάζαμε συνήθως στους τηγανίτες, τα τηγανιτά λουκουμάκια κα. Φτιάχναν επίσης τα πετιμεζένια κουρουράκια που ήταν πανόστιμα . Οταν δε, χιόνιζε, καμμιά φορά, βάζαμε σε ένα ποτήρι χιόνι και από πάνω λίγο πετιμέζι…. γρανίτα!
Ενας άλλος τρόπος για τό πετιμέζι ήταν όχι σε τιγάνι, αλλά σε ταψί και στο ξυλόφουρνο. Εθεωρείτο καλύτερο.
Να εξηγήσω γιατί τα σιρόπια και τα γλυκά κουταλιού έπρεπε να «δέσουν». Οι νοικοκυρές το καταλάβαιναν με το μάτι ή χρησιμοποιούσαν ένα βρεμένο πιατάκι και βάζαν μιά σταγόνα σιρόπι. Αν δεν κολλούσε στο πιάτο η σταγόνα τότε είχε «δέσει». Επρεπε να είχε ψηθεί τόσο ωστε να είχε αποβάλλει την περισσότερη ποσότητα νερού. Αυτό ήταν το σωστό σημείο του δεσίματος έτσι ούτε το γλυκό ξύνιζε και μούχλιαζε, αλλά ούτε ζαχάρωνε δηλαδή κρυστάλλωνε.